του ρου ρου ρου
ρου ρου ρου ρου
ρου ρου ρου ρου
welcome to twilight zone...
Σήμερα έφτιαξα παστίτσιο. Ένα μεγάλο ταψί σαν αυτά που φτιάχνουν οι μαμάδες τις Κυριακές. Είναι ωραία να μαγειρεύεις για πολλούς ανθρώπους – ακόμη κι αν πολλοί μπορεί να σημαίνει τέσσερα άτομα εκ των οποίων το ένα ο ίδιος εσύ. Κι ακόμη πιο ωραία όταν ετοιμάζεις ταπεράκι για να φάει και κάποιος άλλος που δεν πέρασε ή για τον ταξιδιώτη που θα μπει κι η πρώτη του κουβέντα θα είναι «πεινάω». Νομίζω δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευχαρίστηση απ’ το να φροντίζεις ανθρώπους που αγαπάς και μάλιστα έτσι, με τέτοια φαγητά, που δεν απαιτούν κανένα comme il faut στο σερβίρισμα – αυτά που ο καλεσμένος θα νιώσει άνετα να ζητήσει και δεύτερο πιάτο. Κι αυτή είναι η πιο μεγάλη ευχαρίστηση. Αυτή η μορφή αναγνώρισης, η παραδοχή πως αυτό που ετοίμασες είναι τόσο νόστιμο, ώστε μια μερίδα να μην είναι αρκετή. Ονομάζεται παστίτσιο, κυρίες και κύριοι. Είχα καιρό να το φτιάξω. Και μου ‘χε λείψει. Αλήθεια, μου ‘χε λείψει.
Δεν είναι πως δεν έχω κάτι καλύτερο να κάνω. Όσοι με γνωρίζουν προσωπικά ξέρουν ήδη ότι θα έπρεπε να έχω τελειώσει με κάτι που μου σπάει τα νεύρα το τελευταίο διάστημα. Μπορεί να μη φαίνομαι ιδιαιτέρως ενεργός και να μοιάζω εντελώς στην κοσμάρα μου – αυτό το τελευταίο ισχύει. Έχω όμως μια μικρή ιδέα για το τι συμβαίνει γύρω μου (λέω μικρή γιατί δεν μου άρεσε ποτέ να δημιουργώ μεγάλες προσδοκίες στο περιβάλλον μου – πώς και γιατί τις έχουν οι περισσότεροι, είναι καπέλο αλλουνού, που ονομάζεται ψυχολόγος και πληρώνεται γι’ αυτό που κάνει). Δεν βρίσκομαι πίσω από τον ήλιο λοιπόν. Για την ακρίβεια είμαι από κάτω (όπως όλοι) και σπρώχνω τους διπλανούς μου (όπως όλοι) για να είμαι εγώ αυτός που θα μαζέψει το φως του, επειδή νομίζω ότι μόνο αν σταθώ εκεί όπου στάθηκε ο άλλος, θα μαζέψω το περισσότερο φως (όπως όλοι). Τι ακριβώς συμβαίνει και τα λέω όλα αυτά; Όχι κάτι περισσότερο από αυτό που συνέβαινε ήδη. Απλώς υπήρξα ανέκαθεν τύπος που φρόντιζε πρώτα να ακούσει αρκετά πριν μιλήσει (ως παιδί άργησα πολύ να μιλήσω κι η μητέρα μου φοβόταν ότι είμαι μουγκός – μέχρι που άρχισα να μιλάω κι αποφάσισε πως θα ήταν καλύτερο αν εκείνη ήταν κουφή). Αυτό μου το χαρακτηριστικό δεν συνδέεται επ’ ουδενί με κάποιου είδους φυσική ευγένεια ή εξυπνάδα πολύ περισσότερο. Μάλλον είμαι εξαιρετικά ανασφαλής και επειδή φοβάμαι το πιθανό λάθος στο οποίο ίσως να πέσω, αν βιαστώ, προτιμώ ν’ αργήσω, παρότι ξέρω, πως κάτι τέτοιο δεν θα μου εξασφαλίσει απαραίτητα την ευχάριστη αίσθηση του να είμαι εγώ αυτός που τελικά έχει δίκιο.
Στο θέμα μας τώρα.
Μιλούσα με τη φίλη μου την Α νωρίτερα (νέα φίλη αλλά πολύ αγαπητή – όχι καινούργιο κοσκινάκι μου, απλώς στο ίδιο μήκος κύματος) και μου έλεγε πως όλοι μας έχουμε ανάγκη από μερικές allusions of grandeur. Δεν μπορούσα να μην συμφωνήσω μαζί της – άλλωστε το context της συζήτησης μάλλον το επέτρεπε. Μιλούσαμε για τα μπλογκς κι ένα συγκεκριμένο θέμα που τράβηξε την προσοχή τους το τελευταίο δίμηνο, ίσως και παραπάνω. Αναφέρομαι στο έργο 2 του Δημήτρη Παπαϊωάννου.
Αν η προσωπική μου γνώμη είναι απαραίτητη, μπορώ εν τάχει να πω ότι πρόκειται για την αισθητικά εξαιρετική παράσταση ενός έργου δραματολογικά αδύναμου (νομίζω ο διαχωρισμός ανάμεσα στις έννοιες του έργου και της παράστασης εδώ, είναι κατανοητός). Ο Παπαϊωάννου επέστρεψε με ένα αποτέλεσμα δουλειάς, το οποίο διατείνεται πως είναι προϊόν παραστατικής τέχνης ενώ είναι μάλλον προϊόν αναπαράστασης. Με άλλα λόγια, μιλούμε για περιγραφή και όχι για αφήγηση. Αυτό, διευκρινιστικά, μόνο για να ξέρουμε τι λέμε κι όχι γιατί το 2 θα έπρεπε να είναι “έτσι” ή “αλλιώς”.
Σ’ αυτό το σημείο άλλωστε εντοπίζεται και ο προβληματισμός μου. Στο γεγονός ότι πάει καιρός που διαβάζω τις αρνητικές διατυπώσεις αρκετών για τη δουλειά κάποιου (οι θετικές είναι πάλι καπέλο του αλλουνού που πληρώνεται) κι αισθάνομαι ότι υπάρχει κάτι σάπιο στο βασίλειο της Δανιμαρκίας, που δεν είναι το δόντι μου. Ούτε το δόντι του Παπαϊωάννου, πολύ περισσότερο.
Πριν πιστέψετε ότι βρίσκομαι εδώ για να προβάλλω την αντίθεσή μου στον τρόπο που ορισμένοι έκριναν αρνητικά αυτό που είδαν επειδή το έργο “με αφορά” προσωπικά, σας προλαβαίνω. Όχι, δεν με αφορά – ή τουλάχιστον, όχι έτσι. Κι αν θέλετε, νομίζω ότι είναι καλό οι θεατές να κρίνουμε αυστηρά με αυτή μας την ιδιότητα -του νοήμονα θεατή που γνωρίζει τι βλέπει- κι όχι με μέτρο τη σεξουαλικότητά μας.
Σε κάθε περίπτωση, διαβάζοντας όλες αυτές τις, λιγότερο ή περισσότερο, εμπεριστατωμένες “κριτικές”, νιώθω ότι μερικές φορές συμπεριφερόμαστε σα βλάχοι εκ γενετής οι οποίοι αντί να καταλάβουν πως ζουν στην κωλοτρυπίδα του κόσμου κι έχουν δει ελάχιστα ώστε να δικαιούνται δια να ομιλούν, κάνουν ό,τι μπορούν για να πείσουν εαυτούς και αλλήλους ότι μόλις τέλειωσαν μ’ ένα παιχνίδι κρίκετ στον κήπο του πύργου τους στην Οξφόρδη κι ετοιμάζονται για το τσάι στις έξι.
Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά λοιπόν. Με το να κρίνουμε αυτό που βλέπουμε γι’ αυτό που είναι πράγματι. Με το να μην πασχίζουμε να δούμε αν είναι “καλό” ή “κακό” και να μην περιοριζόμαστε στο να λέμε τι θα κάναμε εμείς αν φτιάχναμε ένα παρόμοιο έργο. Είναι άδικο απέναντι στον εκάστοτε δημιουργό αλλά και απέναντι σε όσους μας διαβάζουν, αν κανείς σκεφτεί ότι, γράφοντας, έχουμε ήδη διαλέξει να σταθούμε ανάμεσα. Μπορεί να σας φαίνεται πολύ σεμνό για να ‘ναι ελληνικό, αλλά η κριτική οφείλει να είναι διάλογος με το έργο κι όχι οδηγίες προς ναυτιλομένους.
© mauvais garçon 05-06-07