Μ’ αρέσετε, όσοι με περιμένετε στη γωνία. Με γοητεύει που εγώ ξέρω ποιοι είστε και εσείς γνωρίζετε καλά ότι δε σας φοβάμαι. Δεν ήμουν πάντα έτσι. Δεν ξέρω πώς θα είμαι αύριο. Σήμερα όμως δε με νοιάζει. Έχω δει πολλά κάστρα να πέφτουν γύρω μου και είμαι βέβαιος πως ακολουθούν κι άλλα. Πολλές φορές μου περνάει από το μυαλό πως ίσως μια μέρα θαφτώ τυχαία κάτω από τα συντρίμμια. Πως θα ουρλιάζω στον αιώνα, δίχως όμως οι ομάδες διάσωσης να καταφέρνουν να με ακούσουν -- όσο κοντά μου κι αν βρεθούν. Αν τη ζωή δεν την διαφέντευε η δίψα για παράταση του χρόνου της, αν οι άνθρωποι δεν ήταν δυνάστες της ίδιας τους της ύπαρξης, αν η βροχή δεν ερχόταν κι έφευγε, αλλά γινόταν μια μόνιμη πραγματικότητα που θα έκανε τη μνήμη να μην είναι σε θέση να ανακαλεί άλλη καιρική συνθήκη, τότε θα δεχόμουν να τα παρατήσω. Θα αποφάσιζα να πάψω να αναπνέω όπως κανείς μια μέρα κόβει τον καφέ ή το κάπνισμα. Όμως αυτή η ώρα δεν έχει φτάσει. Κι αν γκρεμιστούν όλα τα κάστρα, θα έχω πάντα τον αέρα να μου κάνει συντροφιά. Κι αυτό, δεν είναι λίγο. Να το ξέρετε μαλάκες.
03:29 - ένα παιδί μετράει κάστρα
18:24 - à la manière de Lolita*
03:14 - σύγχρονος χορός
Λίγο πριν χτυπήσει το τρίτο κουδούνι είμαι ακόμη έξω από την αίθουσα και μιλάω στο κινητό. Ο φίλος μου ο Θ προσπαθεί απελπισμένα να με πείσει πως για το καλό μου θα έπρεπε να αποφύγω το μοιραίο: «όλο μαλακίες πας και βλέπεις. Αφού δεν μπήκες ακόμη γάμα την πιπάρα κι έλα να πιούμε κανα ποτό!». Καθώς λένε όμως [και πολύ σωστά], πρώτα βγαίνει η ψυχή του ανθρώπου και μετά το χούϊ του. Κι εγώ έχω ένα χούϊ που επιβεβαιώνει πριν απ’ όλα την τάση μου στον αυτοβασανισμό και την εντατική άσκηση. Το όνομα αυτού; Σύγχρονος χορός.
Όλα ξεκινούν στο σκοτάδι. Στο μουρμουρητό της πλατείας μπορεί κανείς εύκολα να διακρίνει έναν εκνευρισμό που προσωπικά αποδίδω στις απανωτές φόλες που έχει φάει [πόσα ν’ αντέξει πια το ρημάδι το φιλοθεάμον κοινό;]. Ο προβολέας που ανάβει αργά και βασανιστικά οδηγεί το βλέμμα μας στη μια άκρη της σκηνής. Εκεί μας περιμένει μια γυναίκα με τα εσώρουχα [χειμώνα-καλοκαίρι τα ίδια φοράνε – εντύπωση μου κάνει: αυτοί οι ενδυματολόγοι σε κακό το ‘χουν να τους φορέσουν κανα ρουχάκι;]. Απρόσμενα η γυναίκα αρχίζει να ουρλιάζει. Είναι κάτι μεταξύ γόου και υστερικής κορώνας επειδή κάποιος πάτησε με λασπωμένα παπούτσια στη μπουχάρα. Την πλησιάζει ένας άντρας και της αστράφτει ένα χαστούκι [προσωπικά πολύ το χάρηκα διότι η νότα της μου τα κούνησε επαρκώς ώστε να θέλω να την πλακώσω εγώ].
Και πάνω που είμαι έτοιμος να βάλω τα προσωπικά μου σε μια τάξη, να πω «δε γαμιέται, θα σιδερώσω το μπλε πουκάμισο μόλις γυρίσω απόψε – δεν πάει άλλο με τα t-shirt, χειμώνιασε», ξεκινάει μπρος στα έκπληκτα παιδικά μου μάτια μια φρενήρης πλην απολύτως ακατανόητη δράση που με κάνει να θέλω να σηκωθώ από το κάθισμα και να φωνάξω «γιατί γαμώ το φελέκι μου με ταράζεις;». Δεν το κάνω βέβαια επειδή δεν είναι σωστό. Αντίθετα παραδίνομαι αμαχητί στην από σκηνής μπουρδολογία για χάρη της οποίας η χορογράφος έχει βάλει τρεις δύστυχους να ιδρώνουν σαν κατσίκες. Παύση. Λέω «δεν πειράζει, θα καταλάβω στη συνέχεια» και βάζω το χέρι στο πηγούνι.
Επειδή όμως η δημιουργός μάλλον παραμόνευε, με είδε αφηρημένο πριν και κάτι υποψιάστηκε μου ξαναπετάει το ίδιo κινητικό μοτίβο για να εμπεδώσω το νόημα. Εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω [και ΔΕΝ φταίω εγώ - επιμένω!] αλλά το χέρι στο πηγούνι μου δίνει έναν αέρα υπεροχής και μπαίνω σε καινούργιο τριπ: «τι θα γίνει παρακάτω; Θ’ αρχίσει να φωνάζει πάλι η τρελή; Θα ξαναφάει χαστούκι; Πότε έχει διάλειμμα; ΕΧΕΙ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ;». Κοιτάω κακήν-κακώς το πρόγραμμα. «Η παράσταση παίζεται χωρίς διάλειμμα». Φτου! Στο μεταξύ αυτοί οι κακομοίρηδες κοπανιούνται χωρίς έλεος. «Σιγά καλέ, την κοπέλα! Τη σακάτεψες κοπρίτη! Σκατά στην Κρατική σου μαλάκα! Ούτε ένα σήκωμα της προκοπής δεν έμαθες να κάνεις!» .
Γαμώ το κάτεργο, γαμώ! Τολμώ ν’ αναστενάξω. Η μυημένη αδερφή με τα Paul Smith με κοιτάζει αυστηρά και μου κάνει «σσστ» λες και θ’ αλλάξει κάτι αν δε δω ακόμη μια πτώση που είναι ήδη καθ’ οδόν. Κι ενώ έχω πια ιδρώσει από την αγωνία «τα έσπασε τα παΐδια της – δεν τα έσπασε τα παΐδια της η χριστιανή;» η performance [my ass] τελειώνει τόσο αναπάντεχα που φοβάμαι να χειροκροτήσv μην τυχόν και η μυημένη αδερφή μου ξαναβάλει χέρι.
Όταν το πρώτο δειλό χειροκρότημα κάνει την εμφάνιση του στο σκοτάδι αρχίζω κι εγώ να χειροκροτώ, τα φώτα ανάβουν, οι κακομοίρηδες υποκλίνονται και γρήγορα, ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ γρήγορα παίρνω ταξί και πάω στο Big.
Ίσως ο Θ να είναι ακόμη εκεί…
ΥΓ. Πρόσφατα, μετά από μια παράσταση όπως η παραπάνω, μια φίλη έσπευσε να μου κάνει παρατήρηση όταν γκρίνιαξα για το ακατανόητο του θεάματος, λέγοντας μου πως είμαι άδικος, καθώς κατά τη γνώμη της η παράσταση είχε «όμορφες εικόνες και ωραίες στιγμές». Δεν της απάντησα γιατί θεώρησα τη συγκεκριμένη κουβέντα, χαμένο χρόνο. Απλώς αναρωτήθηκα ως πότε θα μπερδεύουμε την τέχνη με την αισθητική…
[*] κριτικός χορού της εφημερίδας Ελευθεροτυπία
13:15 - E; Ε; Ε;
E; Ε; Ε;
ΥΓ. Χωρίς αστεία, ευχαριστώ πολύ όλους που μπήκατε στον κόπο! Κι εσείς οι υπόλοιποι, αφήστε τις ιστορίες σας. Έχει πλάκα! Όχι;
16:28 - σιωπή
Σκεφτόμουν σήμερα πόσα πράγματα μου συμβαίνουν καθημερινά. Πόσες μέρες ξύπνησα κακόκεφος και πόσα βράδια κοιμήθηκα αγνοώντας τι θα μου συμβεί την επομένη. Σε λίγες μέρες πέντε μήνες στο μπλογκοχωριό. Αναλογίστηκα «γιατί» - ανέκαθεν εκτιμούσα αυτό που η γαλλική σκέψη ονομάζει discours.
Γιατί κοινοποιώ σκέψεις που ενδεχομένως δεν αφορούν κανέναν άλλον;
Γιατί γίνομαι κομμάτι ενός συστήματος που αποδεικνύεται παρόμοιο με αυτό της υπαρκτής πραγματικότητας και κατά συνέπεια όσες φορές με ευχαριστεί άλλες τόσες μπορεί να με θλίβει;
Γιατί με αυτόν τον τρόπο [όπου τρόπος: ύφος, ήθος] κι όχι με κάποιον άλλον;
Δεν θα υπαινιχθώ απαντήσεις. Απ’ αυτές υπάρχουν ένα σωρό να δώσει κανείς. Το θέμα είναι αν παίζει καμιά καλή ερώτηση. Για τις απαντήσεις φροντίζει η ζωή. Με τα φιλιά που μας δίνει στο στόμα ή με τις καρπαζιές που μας φορτώνει στο σβέρκο.
Δυο βδομάδες σχεδόν -μπορεί και παραπάνω—δε μετρώ- σωπαίνω. Δουλεύω συνέχεια, κάνω βόλτα εδώ κι εκεί, διαβάζω αγνώστους όσο μου επιτρέπει ο χρόνος μου, γίνομαι μέλισσα και στέκομαι εκεί όπου με καλεί το ένστικτο μου.
Στο μυαλό μου πηγαίνουν κι έρχονται πολλές στιγμές. Καλές. Κακές. Στιγμές ανίας και στιγμές που με έκαναν να νιώσω λες κι είμαι πάλι δεκαέξι και τρέχω στη μέση της άδειας Αλεξάνδρας ανάποδα στο ρεύμα – μέχρι ο ορίζοντας που περιέχει απειλητικά αυτοκίνητα να με κοντέψει επικίνδυνα και να βρεθώ στην ασφάλεια(;) του πεζοδρομίου.
Είναι μια στιγμή που πάει δυο βδομάδες πίσω όμως -τότε που ξεκίνησε η σιωπή- και δε λέει να κουνήσει βήμα από τη σκέψη μου. Όταν το τηλέφωνο μου χτύπησε για να σταματήσει ο χρόνος.
Ο Wi ήταν ίσως ο καλύτερος μου φίλος όσο ήμουν φοιτητής. Είχα χρόνια να τον δω, μιλούσαμε όμως συχνά. Πέρυσι τον περίμενα να έρθει την άνοιξη αλλά ερωτεύτηκε και δεν ήρθε. Φέτος, όταν ήμουν στο Παρίσι πριν λίγους μήνες του τηλεφώνησα και θύμωσε που δεν προλάβαινα να κατέβω στην Αβινιόν για να τον δω. «Είσαι μαλάκας. Δυόμιση ώρες απόσταση με το TGV και δε θα σε δω επειδή είσαι μαλάκας!».
Την προπερασμένη Τετάρτη μου τηλεφώνησε η μητέρα του. Την είχα δει μια φορά μόνο όταν είχαμε πάει με το Wi στο εξοχικό τους στο Fréjus. Με φωνή σπασμένη μου είπε πως ο Wi είχε κάνει απόπειρα αυτοκτονίας αφήνοντας ένα σημείωμα στο οποίο της ζητούσε να ειδοποιήσει κάποιους ανθρώπους, ανάμεσα στους οποίους κι εγώ. Ήταν σε κώμα κι ανέπνεε μόνο με μηχανική υποστήριξη καθώς οι μαλακίες που κατάπιε του προξένησαν σοβαρή λοίμωξη στους πνεύμονες. Δυο βδομάδες τώρα μιλώ με αυτή την πρακτικά άγνωστη γυναίκα σχεδόν καθημερινά.
Εκείνη μετράει τους αρμούς στα δάπεδα μιας κλινικής στη Μασσαλία κι εγώ στην Αθήνα σωπαίνω και μετράω τα χρόνια μιας νιότης που έχω απωλέσει διαπαντός. Θυμάμαι τις φορές που με πήρε στο κινητό και δεν απάντησα γιατί οι περίφημες προτεραιότητες μου δεν μου το επέτρεπαν. Θυμάμαι πως ακόμη του χρωστάω ένα cdάκι-κόπια του Πάω να πω στο σύννεφο της Γιαννάτου που τόσο του αρέσει – δώρο ανταπόδοσης για την κόπια του I am a bird now του Α & the J που φρόντισε να αντιγράψει και να μου στείλει αμέσως μόλις το έλαβε.
Σήμερα η G μου είπε πως από χτες τα πράγματα πηγαίνουν καλύτερα. Δεν αναπνέει ακόμη μόνος του όμως ακούει και καταλαβαίνει ό,τι του λένε. Της ζήτησα να του πει πως τον περιμένω στην Αθήνα.
18:56 - για όσους εκδήλωσαν ενδιαφέρον
14:28 - ·
18:43 - coming soon
04:43 - τι λες μωρή ψωριάρα;
ΥΓ. Ρε Ευάκι! Για 6,8 το ‘νιωσα! Να τ’ αφήσω;
14:41 - ώρα να βαρεθώ;
15:11 - δύο χιλιάδες έξι
Σήμερα:
* θα κάνω ό,τι μπορώ για να προλάβω να πω γεια σε όλους τους φίλους που δεν χόρτασα γι άλλη μια φορά – μια συνήθεια που αναπαράγω πάντα, θαρρείς και δεν θα τους ξαναδώ. Σε κάθε αγκαλιά θα ‘ μαι ένα κομμάτι λιγότερος, αλλά χαλάλι, γιατί ξέρω πως θα αφήσω τον εαυτό μου σε καλά χέρια.
* θα αγχωθώ γι αυτά που με περιμένουν, αλλά θα νιώσω ασφαλής, επειδή ξέρω πως μπορεί να αφήνω αγάπη εδώ, όμως κι εκεί που πηγαίνω, αγάπη με περιμένει.
* θα νιώσω ανακούφιση, γιατί θα ακούσω ξανά μετά από χρόνια [βρήκα την κασέτα!] το μονόλογο της τρελής του Σαγιώ από τη Δέσπω Διαμαντίδου και θα θυμηθώ πως «όλοι οι άνθρωποι που βρίσκονται στη ζωή είναι τυχεροί».
* θα βάλω σε τάξη το μυαλό μου μόνο για να αντιληφθώ εκ νέου πόσο αγαπώ το χάος.
* θα υποσχεθώ πως θα επιστρέψω σπίτι νωρίς, ενώ ξέρω πως πάλι θ’ αργήσω.
* θα σκεφτώ να πάρω μαζί μου μερικά παιχνίδια που μου κάνανε δώρο οι γονείς μου σε προηγούμενα γενέθλια μου, παλιά, αλλά τελικά όλα τους θα μείνουν γι’ άλλη μια φορά εδώ – ντεκόρ στο παιδικό μου δωμάτιο.
* θα βουτήξω το ποδήλατο και θα τρέξω πάνω-κάτω την παραλία με τις μουσικές τσίτα στ’ ακουστικά.
* θα θυμώσω με τον εαυτό μου αν δεν μου μείνει χρόνος να κάνω όλα τα παραπάνω, αλλά στο τέλος θα νιώσω και φέτος σίγουρος, επειδή ξύπνησα ακούγοντας τον πατέρα μου να τραγουδάει ένα απ’ αυτά τα «πρόστυχα» παιδικά τραγουδάκια που πάντα έκαναν τη μαμά μου να γελάει:
«ένας παπάς απ’ τη Ρωσία
κυνηγούσε μια κυρία
κι η κυρία πορδοκλάνει
κι ο παπάς την καλοπιάνει:
έλα εδώ ευλογημένη
τώρα που μου ‘ναι καυλωμένη
να σου βάλω τη μισή
να τραντάξει το νησί
να στη βάλω όλη
να τραντάξει η πόλη.»
Αύριο:
* πάλι φεύγω και μέχρι να ξανάρθω άλλο τέτοιο τραγουδάκι δεν θα ακουστεί στο πατρικό μου σπίτι. Όμως εγώ «το ‘χω». Κι αυτό μου φτάνει.
Καλή χρονιά, σε όλους. Χρόνια πολλά κι ωραία...
© mauvais garçon 05-06-07