Είναι περίεργο να ξυπνάς το πρωΐ και να είσαι ελεύθερος ωραρίου. Είναι σα να συνηθίζεις να φωτογραφίζεις το πρωϊνό σου με πολαρόϊντ καθημερινά και ξαφνικά μια μέρα να συνειδητοποιείς ότι την προηγουμένη ξέχασες ν’ αγοράσεις φιλμ. Μπορεί να υπάρχει ένα μυστικό για να νιώθεις πάντα ήρεμος, πλήρης, δυνατός. Ένα μαγικό φίλτρο που θα σου εξασφαλίζει τη νίκη απέναντι στις ορδές ηλίθιων λεγεωνάριων που περιμένουν τη στιγμή που θ’ ανοίξεις τα μάτια σου και θα περάσεις ξανά το κατώφλι της πραγματικότητας. Μπορεί. Πάντως, παρότι το λήμμα κατάχρηση μάλλον συνοδεύεται από φωτογραφία μου, δεν έχω στην κατοχή μου παρόμοιο σκεύασμα. Περιορίζομαι σε ασκήσεις θάρρους ενώ ακούω το βραστήρα να βράζει, δίνω όλη μου την προσοχή στον ήχο που κάνει το κουτάλι όταν χτυπάει στα τοιχώματα της κούπας του τσαγιού, τρίβω τα μάτια μου εμφαντικά για να δώσω μια ιδέα συναίσθημα στις φιλότιμες προσπάθειες που κάνω για να ξυπνήσω. Κι ανάβω ένα τσιγάρο.
Ξέρω πως η πειθαρχία είναι η μητέρα του σεβασμού. Το γεγονός αυτό, εκτός από τη δυσάρεστη βεβαιότητα που επισείει, πως δηλαδή έχω μπει στους κόλπους μιας οικογένειας δογματικής, με τρομάζει επιπλέον – ίσως επειδή δεν κατανόησα ποτέ απόλυτα γιατί. Έχω υπάρξει ιδιαίτερα απείθαρχος και πολύ φοβάμαι ότι μάλλον δεν πρόκειται να διορθωθώ. Είμαι λοιπόν καταδικασμένος να μην σεβαστώ ποτέ τίποτα ή μήπως να μη με σεβαστεί ποτέ κανείς; Το πρώτο θέτει υπό αίρεση την ευαισθησία μου και το δεύτερο απειλεί την υστεροφημία μου. Το χειρότερο; Δε με νοιάζει. Ενδεχομένως επειδή ξέρω πως ούτε καν η ανησυχία για το ένα ή το άλλο θα με κάνει να πειθαρχήσω σ’ αυτά που πρέπει. Ξεκινώ και τελειώνω, μιλάω ή σωπαίνω, κρύβω ή μοιράζομαι, κοιμάμαι ή είμαι ξύπνιος όταν το επιθυμώ. Ίσως αυτό με κάνει απαίσιο κι εγωϊστή, όχι όμως χωρίς αντίκρισμα. Αποδεκτός ή μη, καταφέρνω να είμαι σε μεγάλο βαθμό ο εαυτός μου – κάποιος που δεν είναι δυνατό να αρέσει σε όλους, αλλά μερικοί του έχουν παραχωρήσει άδεια περιπάτου στη ζωή τους. Κι αυτό δεν είναι λίγο.