Καμάρωσε την λατρεμένη στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων. Μην κάνετε λάθος, που λέει και ο Σαμαράς: είναι στην αρχή μόλις έχει προσγειωθεί στο Στάδιο και δεν έχει ακόμα βαρεθεί. Πιθανολογώ ότι δεν είχε πάρει ακόμα είδηση ότι πίσω της ήταν ο Τόνι Μπλερ και η Καμήλα του Κάρολου.
Μετά όντως σκυλοβαρέθηκε, διότι εντελώς μεταξύ μας, στην ηλικία της και στη μακρά βασιλεία της, ελάχιστα πράγματα μπορούν να της κάνουν εντύπωση.
Εμένα πάλι ξέρεις τι μου έκανε εντύπωση, που κανονικά δεν θα έπρεπε: το πώς μια τελετή έναρξης μπορεί να γίνει η ευκαιρία να βγει στην επιφάνεια ο γνωστός επαρχιώτικος κομπλεξισμός μας. Χωρίς να υπάρχει κανένας ιδιαίτερος λόγος, έπρεπε όλα να τα συγκρίνουμε με την Αθήνα του 2004, την τελευταία φορά που ακούστηκε θετικά αυτή η χώρα. Μετά θάφτηκε οριστικά για πολλές δεκαετίες, στη διάρκεια των οποίων απλά «σώζεται» σε τακτά χρονικά διαστήματα.
Ήταν -λέει- πολύ «βρετανική» η Τελετή. Δηλαδή τι θα έπρεπε να είναι; Πρέπει να θυμίζουμε τα αυτονόητα; Κάθε χώρα που αναλαμβάνει τους Αγώνες προβάλει αυτό που ήταν, αυτό που είναι και αυτό που θέλει να δείξει στον κόσμο ότι θα είναι. Πολύ σημαντικό αυτό το τελευταίο, κράτησέ το. Στην τελική, σε τέσσερα χρόνια που θα γίνουν οι Αγώνες στο Ρίο της φίλης μου της «Ντζιούλμα», τι ακριβώς περιμένεις ότι θα δεις; Αμαζόνιο, ανακόντα, τα άσχημα δόντια του Ροναλντίνιο και κώλους από χορεύτριες. Είναι τόσο απλό. Θα το κάνουμε θέμα;
Ξέρεις τι πιστεύω; Η τηλεόραση δεν βοηθά να καταλάβεις το θέαμα. Μπορεί να στο κάνει και χειρότερο, να χαθείς με τόσα που συμβαίνουν ταυτόχρονα. Και στην περίπτωση της Τελετής των Βρετανών, η τηλεόραση μάλλον τα έκανε χειρότερα, βαρετότερα, πληκτικότερα. Τόσο πολύ, που η λατρεμένη κοιτούσε τα νύχια της.
Προς τι λοιπόν ο κομπλεξισμός και η αιώνια ατάκα «εμείς τα κάναμε καλύτερα»; Βέβαια, και οι Καταλανοί από το 1992 τα ίδια λένε: «σαν τους δικούς μας Αγώνες, δεν έκανε κανείς». Γιατί νομίζεις ότι έχει λυσάξει η χρεοκοπημένη Μαδρίτη να αναλάβει τη διοργάνωση; Για την hispanidad ρε γαμώτο.
Αλλά τι ακριβώς θα πει, «τα κάναμε καλύτερα»; Ναι, έχουμε την Ιστορία μας και την δείξαμε ωραιότατα. Είχαμε και έναν ταλαντούχο άνθρωπο, τον Δημήτρη Παπαϊωάννου, που δημιούργησε ωραίες εικόνες. Αλλά και η δική μας τελετή είχε βαρετές στιγμές. Δηλαδή εσένα σου άρεσε εκείνος ο ανεκδιήγητος που χοροπήδαγε με την ολυμπιακή φλόγα; Ή μήπως χάρηκες με την επίδειξη ματαιοδοξίας της «Τζιάνα Ανγκελόπουλος-Ντασκαλάκι»; Η σύγκριση με τον λιτό και αξιοπρεπή Sebastian Coe ήταν συντριπτική εις βάρος της. Για όσους μπορούν ακόμα να θυμούνται.
Και στην τελική να σου πω και κάτι και να με συμπαθά ο Παπαϊωάννου: O Ντάνι Μπόιλ είναι γνωστός σε όλο τον πλανήτη. Τον Παπαϊωάννου, ποιος τον ξέρει; Και γιατί δεν έκανε «διεθνή καριέρα» μετά από όλο αυτό το υπερθέαμα; Μήπως τελικά ισχύει το αιώνιο ελληνικό ρητό «καλύτερα πρώτος στο χωριό, παρά δεύτερος στην πόλη;»
Καλώς ή κακώς, έχουν περάσει πολλές δεκαετίες από την τελευταία φορά που ένας Έλληνας έκανε «διεθνή καριέρα». Εξαιρείται ασφαλώς η διεθνής καριέρα της Αννας Βίσση(ς).
Και εδώ είναι το ψητό της υπόθεσης. Εντάξει, και εγώ βαρέθηκα με τα λιβάδια και την εικόνα της mordor για να μας δείξει ο σκηνοθέτης πώς η Βρετανία γέννησε τη Βιομηχανική Επανάσταση και πώς οι δικοί της αριστοκράτες έγιναν αστοί και γλίτωσαν την γκιλοτίνα.
Και εγώ βαρέθηκα με το NHS δεν στο κρύβω. Ασε που εγώ όταν ζούσα εκεί, δεν είχα δει τέτοιες νοσοκόμες. Εμένα με το «καλημέρα» με έβαλαν να κάνω πιπί σε ένα κυπελάκι, πράγμα που δεν έδειξε ο σκηνοθέτης και καλύτερα.
Αλλά για δες και μια άλλη οπτική: ακόμα και αν δεν τα κατάφερε καλά ο τηλεοπτικός φακός, το μήνυμα της Τελετής ήταν τελικά να σου υπενθυμίσει πόσο πολύ επηρεάζει η αγγλοσαξωνική κουλτούρα τον τρόπο ζωής σου. Είτε σου αρέσει, είτε όχι.
Θυμάσαι όταν έμπαιναν οι αθλητές στο Στάδιο; Το μουσικό «χαλί» ήταν τα εκατοντάδες αγγλικά τραγούδια που γνωρίζεις. Συγκροτήματα με τα οποία μεγάλωσες, ενδεχομένως και στριμώχτηκες σε συναυλίες για να τα θαυμάσεις.
Εμείς εδώ τι κάναμε; Χρυσοπληρώσαμε έναν Βέλγο DJ να κάνει πρόγραμμα. Ωραία τα μπιτάκια, δεν λέω, αλλά πού πήγε η ελληνική μουσική; Θα μου πεις, τότε περίσσευαν τα φτηνά δανεικά, οπότε δώσαμε αέρα σε έναν Βέλγο και μια Ισλανδή Bjork να κάνουν το κομμάτι τους. Σωστά.
Θυμάσαι την Μαίρη Πόππινς; Τον James Bond; Τον Mr Bean; Την κυρία που δημιούργησε τον Χαρούλη Πότερ; Τον Πολ ΜακΚάρτνεϊ; Τον Κένεθ Μπράνα; Καλώς ή κακώς, τους γνωρίζεις πολυ καλά. Ευτυχώς, τα παιδιά στην Ελλάδα δεν μεγαλώνουν με τον Μάικ τον Φασολάκη. Χάρι Πότερ διαβάζουν. Να κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας; Αντε στο τσακίρ κέφι και κάνεναν Τριβιζά, που εγώ τον σιχαίνομαι.
Σαφές το μήνυμα: Με έναν εκκεντρικό, ενδεχομένως και «χοντρό» τρόπο, η βρετανική αυτοκρατορία ζει και βασιλεύει. Σίγουρα αυτό παρηγόρησε τη λατρεμένη, βλέποντας -στην παρέλαση των χωρών- ένα σκασμό κράτη που ακόμα την έχουν (κυριολεκτικά) κορώνα στο κεφάλι τους.
Για να μην το κουράζουμε: είναι θέμα γούστου να σου αρέσει όποια τελετή θέλεις. Το υπόλοιπο είναι κόμπλεξ. Το γνωστό ελληνικό κόμπλεξ για αυτή την Ιστορία που φυλάμε ως κόρη οφθαλμού, άσχετο αν γύρω-γύρω έχουμε δημιουργήσει την Ελλάδα της παράγκας. Και της λαμογιάς που θέλει να βλέπει την Ακρόπολη από το μπαλκόνι της με λεφτά από μίζες. Στηρίζοντας την κουρτίνα με κρόσια των 2.500 ευρώ.
Εγώ θα ήθελα οι υπέροχες εικόνες του Δημήτρη Παπαϊωάννου, σε εκείνη την «κλεψύδρα» του 2004, να μην σταματούν στο ρεμπέτικο. Να συνεχίζουν και σήμερα. Με τα επιτεύγματα Ελλήνων εντός των Τειχών. Όποιας μορφής, δεν έχει σημασία. Αυτός είναι ο αληθινός τρόπος να τιμήσεις αυτό που κληρονόμησες. Αλλιώς, κάθεσαι και χαζεύεις στάδια και εγκαταστάσεις να ρημάζουν, γιατί πολιτικοί και δημαρχαίοι (όλοι φαύλοι ή/και άτολμοι) δεν μπορούν να χωρίσουν δύο γαϊδάρων άχυρα.
Όλα τα υπόλοιπα είναι κόμπλεξ. Ή να δεις πώς το λέμε ελληνικά, σύμπλεγμα.
Μετά όντως σκυλοβαρέθηκε, διότι εντελώς μεταξύ μας, στην ηλικία της και στη μακρά βασιλεία της, ελάχιστα πράγματα μπορούν να της κάνουν εντύπωση.
Εμένα πάλι ξέρεις τι μου έκανε εντύπωση, που κανονικά δεν θα έπρεπε: το πώς μια τελετή έναρξης μπορεί να γίνει η ευκαιρία να βγει στην επιφάνεια ο γνωστός επαρχιώτικος κομπλεξισμός μας. Χωρίς να υπάρχει κανένας ιδιαίτερος λόγος, έπρεπε όλα να τα συγκρίνουμε με την Αθήνα του 2004, την τελευταία φορά που ακούστηκε θετικά αυτή η χώρα. Μετά θάφτηκε οριστικά για πολλές δεκαετίες, στη διάρκεια των οποίων απλά «σώζεται» σε τακτά χρονικά διαστήματα.
Ήταν -λέει- πολύ «βρετανική» η Τελετή. Δηλαδή τι θα έπρεπε να είναι; Πρέπει να θυμίζουμε τα αυτονόητα; Κάθε χώρα που αναλαμβάνει τους Αγώνες προβάλει αυτό που ήταν, αυτό που είναι και αυτό που θέλει να δείξει στον κόσμο ότι θα είναι. Πολύ σημαντικό αυτό το τελευταίο, κράτησέ το. Στην τελική, σε τέσσερα χρόνια που θα γίνουν οι Αγώνες στο Ρίο της φίλης μου της «Ντζιούλμα», τι ακριβώς περιμένεις ότι θα δεις; Αμαζόνιο, ανακόντα, τα άσχημα δόντια του Ροναλντίνιο και κώλους από χορεύτριες. Είναι τόσο απλό. Θα το κάνουμε θέμα;
Ξέρεις τι πιστεύω; Η τηλεόραση δεν βοηθά να καταλάβεις το θέαμα. Μπορεί να στο κάνει και χειρότερο, να χαθείς με τόσα που συμβαίνουν ταυτόχρονα. Και στην περίπτωση της Τελετής των Βρετανών, η τηλεόραση μάλλον τα έκανε χειρότερα, βαρετότερα, πληκτικότερα. Τόσο πολύ, που η λατρεμένη κοιτούσε τα νύχια της.
Προς τι λοιπόν ο κομπλεξισμός και η αιώνια ατάκα «εμείς τα κάναμε καλύτερα»; Βέβαια, και οι Καταλανοί από το 1992 τα ίδια λένε: «σαν τους δικούς μας Αγώνες, δεν έκανε κανείς». Γιατί νομίζεις ότι έχει λυσάξει η χρεοκοπημένη Μαδρίτη να αναλάβει τη διοργάνωση; Για την hispanidad ρε γαμώτο.
Αλλά τι ακριβώς θα πει, «τα κάναμε καλύτερα»; Ναι, έχουμε την Ιστορία μας και την δείξαμε ωραιότατα. Είχαμε και έναν ταλαντούχο άνθρωπο, τον Δημήτρη Παπαϊωάννου, που δημιούργησε ωραίες εικόνες. Αλλά και η δική μας τελετή είχε βαρετές στιγμές. Δηλαδή εσένα σου άρεσε εκείνος ο ανεκδιήγητος που χοροπήδαγε με την ολυμπιακή φλόγα; Ή μήπως χάρηκες με την επίδειξη ματαιοδοξίας της «Τζιάνα Ανγκελόπουλος-Ντασκαλάκι»; Η σύγκριση με τον λιτό και αξιοπρεπή Sebastian Coe ήταν συντριπτική εις βάρος της. Για όσους μπορούν ακόμα να θυμούνται.
Και στην τελική να σου πω και κάτι και να με συμπαθά ο Παπαϊωάννου: O Ντάνι Μπόιλ είναι γνωστός σε όλο τον πλανήτη. Τον Παπαϊωάννου, ποιος τον ξέρει; Και γιατί δεν έκανε «διεθνή καριέρα» μετά από όλο αυτό το υπερθέαμα; Μήπως τελικά ισχύει το αιώνιο ελληνικό ρητό «καλύτερα πρώτος στο χωριό, παρά δεύτερος στην πόλη;»
Καλώς ή κακώς, έχουν περάσει πολλές δεκαετίες από την τελευταία φορά που ένας Έλληνας έκανε «διεθνή καριέρα». Εξαιρείται ασφαλώς η διεθνής καριέρα της Αννας Βίσση(ς).
Και εδώ είναι το ψητό της υπόθεσης. Εντάξει, και εγώ βαρέθηκα με τα λιβάδια και την εικόνα της mordor για να μας δείξει ο σκηνοθέτης πώς η Βρετανία γέννησε τη Βιομηχανική Επανάσταση και πώς οι δικοί της αριστοκράτες έγιναν αστοί και γλίτωσαν την γκιλοτίνα.
Και εγώ βαρέθηκα με το NHS δεν στο κρύβω. Ασε που εγώ όταν ζούσα εκεί, δεν είχα δει τέτοιες νοσοκόμες. Εμένα με το «καλημέρα» με έβαλαν να κάνω πιπί σε ένα κυπελάκι, πράγμα που δεν έδειξε ο σκηνοθέτης και καλύτερα.
Αλλά για δες και μια άλλη οπτική: ακόμα και αν δεν τα κατάφερε καλά ο τηλεοπτικός φακός, το μήνυμα της Τελετής ήταν τελικά να σου υπενθυμίσει πόσο πολύ επηρεάζει η αγγλοσαξωνική κουλτούρα τον τρόπο ζωής σου. Είτε σου αρέσει, είτε όχι.
Θυμάσαι όταν έμπαιναν οι αθλητές στο Στάδιο; Το μουσικό «χαλί» ήταν τα εκατοντάδες αγγλικά τραγούδια που γνωρίζεις. Συγκροτήματα με τα οποία μεγάλωσες, ενδεχομένως και στριμώχτηκες σε συναυλίες για να τα θαυμάσεις.
Εμείς εδώ τι κάναμε; Χρυσοπληρώσαμε έναν Βέλγο DJ να κάνει πρόγραμμα. Ωραία τα μπιτάκια, δεν λέω, αλλά πού πήγε η ελληνική μουσική; Θα μου πεις, τότε περίσσευαν τα φτηνά δανεικά, οπότε δώσαμε αέρα σε έναν Βέλγο και μια Ισλανδή Bjork να κάνουν το κομμάτι τους. Σωστά.
Θυμάσαι την Μαίρη Πόππινς; Τον James Bond; Τον Mr Bean; Την κυρία που δημιούργησε τον Χαρούλη Πότερ; Τον Πολ ΜακΚάρτνεϊ; Τον Κένεθ Μπράνα; Καλώς ή κακώς, τους γνωρίζεις πολυ καλά. Ευτυχώς, τα παιδιά στην Ελλάδα δεν μεγαλώνουν με τον Μάικ τον Φασολάκη. Χάρι Πότερ διαβάζουν. Να κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας; Αντε στο τσακίρ κέφι και κάνεναν Τριβιζά, που εγώ τον σιχαίνομαι.
Σαφές το μήνυμα: Με έναν εκκεντρικό, ενδεχομένως και «χοντρό» τρόπο, η βρετανική αυτοκρατορία ζει και βασιλεύει. Σίγουρα αυτό παρηγόρησε τη λατρεμένη, βλέποντας -στην παρέλαση των χωρών- ένα σκασμό κράτη που ακόμα την έχουν (κυριολεκτικά) κορώνα στο κεφάλι τους.
Για να μην το κουράζουμε: είναι θέμα γούστου να σου αρέσει όποια τελετή θέλεις. Το υπόλοιπο είναι κόμπλεξ. Το γνωστό ελληνικό κόμπλεξ για αυτή την Ιστορία που φυλάμε ως κόρη οφθαλμού, άσχετο αν γύρω-γύρω έχουμε δημιουργήσει την Ελλάδα της παράγκας. Και της λαμογιάς που θέλει να βλέπει την Ακρόπολη από το μπαλκόνι της με λεφτά από μίζες. Στηρίζοντας την κουρτίνα με κρόσια των 2.500 ευρώ.
Εγώ θα ήθελα οι υπέροχες εικόνες του Δημήτρη Παπαϊωάννου, σε εκείνη την «κλεψύδρα» του 2004, να μην σταματούν στο ρεμπέτικο. Να συνεχίζουν και σήμερα. Με τα επιτεύγματα Ελλήνων εντός των Τειχών. Όποιας μορφής, δεν έχει σημασία. Αυτός είναι ο αληθινός τρόπος να τιμήσεις αυτό που κληρονόμησες. Αλλιώς, κάθεσαι και χαζεύεις στάδια και εγκαταστάσεις να ρημάζουν, γιατί πολιτικοί και δημαρχαίοι (όλοι φαύλοι ή/και άτολμοι) δεν μπορούν να χωρίσουν δύο γαϊδάρων άχυρα.
Όλα τα υπόλοιπα είναι κόμπλεξ. Ή να δεις πώς το λέμε ελληνικά, σύμπλεγμα.