[go: up one dir, main page]

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Τσιγάρο βαρ; Σπύρος Κιοσσές εκδόσεις Μεταίχμιο η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

Τσιγάρο βαρ;

Σπύρος Κιοσσές

 εκδόσεις Μεταίχμιο

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Να βγάζει νόημα ο κόσμος • Fractal

 

 


Να βγάζει νόημα ο κόσμος

Η τέχνη ενός μικρο-αφηγήματος δύσκολη, και δεν χαρίζεται εύκολα στον καθένα. Δεν είναι μόνον η ελάχιστη έκταση, άρα και ο ελάχιστος χρόνος ανάγνωσης, που δεν επιτρέπει αστοχίες, πλεονασμούς και ελλείματα. Μέσα σε λίγες σελίδες (συχνά σε λίγες αράδες) κρίνονται όλα. Και είναι τότε που η συγγραφική τέχνη θα πρέπει να ασκηθεί στην αφαίρεση, εστιάζοντας στην ουσία. Ο Σπύρος Κιοσσές με ευφυή τρόπο κατορθώνει σε κάθε ιστορία του να βρει το κέντρο βάρους, να εξακτινίσει γύρω του όλες τις απαραίτητες συνιστώσες για να χτίσει την «πλοκή», να καταστήσει τον ήρωά του περίοπτο και διακριτό, ικανό να κρατήσει το ελάχιστο σώμα της αφήγησης όρθιο και αξιανάγνωστο. Συνειδητά η λέξη πλοκή μπήκε σε εισαγωγικά, γιατί σε μια σύντομη ιστορία, όπως αυτές του βιβλίου, δεν μετράει η πλοκή, όπως τη γνωρίζουμε ως απαραίτητο στοιχείο ενός διηγήματος, αλλά η συγγραφική ευχέρεια να κρατά ζωντανό το αναγνωστικό ενδιαφέρον μέσα από την επιλογή του θέματος. Σαν ο αναγνώστης να παρακολουθεί τη σκέψη του συγγραφέα, να νιώθει τι θεωρεί αυτός σημαντικό και να συμπορεύεται σ’ αυτή τη σύντομη διαδρομή μαζί του. Στη θέση της περιπέτειας έχουμε το γεγονός και την αίσθηση που αυτό προξενεί.

Οι ιστορίες του Κιοσσέ κάνουν ένα «παιχνίδι» με τον χρόνο –καταργώντας τον στην ουσία ως χρονική ακολουθία– επιτρέποντας στη μνήμη ως προσωπικό βίωμα ή ως αποθηκευμένες στιγμές άλλων (ας μη διακρίνουμε τις δύο περιπτώσεις, καθώς η μνήμη όλα τα αναμοχλεύει σε ένα «κοινό τόπο») να περιπλανηθεί στον χωροχρόνο και να αποτυπώσει  πρόσωπα, γεγονότα, πράγματα. Πρόσωπα του στενού ή του ευρύτερου οικογενειακού κύκλου, γεγονότα που έδεσαν τα πρόσωπα μεταξύ τους, πράγματα που αγαπήθηκαν, όλα σε έναν κοινό τόπο συνάντησης, τη γραφή αυτού που θυμάται. Δύσκολη η αποτύπωση της πολύτιμης στιγμής. Το γράφει και στο τέλος μιας ιστορίας του:

 

[…]

Κι ενώ μοιάζει να είναι σχεδόν έτοιμη η ιστορία μου, σκαλώνω εδώ: Πώς ν’ αποδώσω μια τόση δα στιγμούλα; («Η συναυλία», σ. 42).

 

Το πρώτο πρόσωπο της αφήγησης άλλοτε ως άμεσος παρατηρητής και άλλοτε ως συμμέτοχος (κυρίως αυτό) οδηγεί σε μια γραφή με ήρωα αυτοδιηγητικό. Έτσι, αυτές οι ιστορίες μπορούν να δέσουν μεταξύ τους, να φτιάξουν μια ενιαία αφήγηση ζωής. Ωστόσο, η αξία τους, κατά την κρίση μου, εντοπίζεται στον, έστω και επιφανειακά, αυτόνομο χαρακτήρα τους, γιατί έτσι καταδεικνύουν την τέχνη της μικρο-αφήγησης, με αρχή, μέση, τέλος, με κορύφωση  στο σημείο που πρέπει.

Νιώθω διαβάζοντας ότι αυτό που μετράει σ’ αυτό που παραπάνω αναφέρθηκε ως «τέχνη» δεν είναι τόσο η αποτελεσματική άσκηση στη σύντομη αφήγηση, κι ας διδάσκει ο συγγραφέας Δημιουργική γραφή στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλίας, κι ας μπορούν να προταθούν αυτές οι ιστορίες του ως υλικό διδασκαλίας στο αντικείμενό του. Η γραφή πέρα από άσκηση λόγου είναι και ουσία, και αυτό ακριβώς εισπράττει ο αναγνώστης εδώ. Ο Κιοσσές εστιάζει στη θεματική των απλών πραγμάτων που αποβαίνουν σπουδαία, σε κάποιες στιγμές που περνούν συχνά απαρατήρητες, ενώ κρύβουν μέσα τους το νόημα της ζωής. Γιατί η ζωή είναι απλή, κι αλίμονο αν δεν τη βλέπουμε έτσι. Ένα άγγιγμα, ένα βλέμμα, μια κίνηση, συχνά μια επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα. Αποτυπώνονται στη μνήμη, μετακυλούν κάποτε στη γραφή, μεταφέρουν μέσα τους τη ζωή όπως αξίζει να τη ζεις για να βγάζει  νόημα ο κόσμος. Έτσι γράφονται οι ιστορίες. Αυτές οι τρεις ή οι πέντε που απαρτίζουν έναν άνθρωπο, όπως λέει ο Παντελής Μπουκάλας στο απόσπασμα που λειτουργεί ως προμετωπίδα στο βιβλίο.



Στέκομαι στην ιστορία «Ο θείος», που αριθμεί σκάρτες δύο σελίδες. Η αφήγηση αφορά την κηδεία του ξαδέλφου, με τους οικείους να συζητούν ό,τι κοινότοπο και μάταιο κουβεντιάζει κανείς σε τέτοιες περιπτώσεις. Η γραφή, όμως, εδώ, θα εστιάσει στον θείο, τον πατέρα του νεκρού, που θα πει την πιο απλή, την πιο αληθινή κουβέντα, αυτήν που από μόνη της μιλάει για το αδιανόητο όσο και για το καθημερινό, τόσο για τη ζωή όσο και για τον θάνατο. Παραθέτω απόσπασμα:

 

[…]

Τριγύρω στα παρτέρια τα λουλούδια ολάνθιστα κάτω απ’ τον ανοιξιάτικό ήλιο. Ο θείος, καθισμένος στο βάθος, άκουγε ανέκφραστος όσα διαμείβονταν. Κουνούσε μόνο το κεφάλι αμίλητος. Σαν να μην τον αφορούσε στ’ αλήθεια τίποτε απ’ όλα αυτά. Ξαφνικά σηκώνεται απότομα. Εντυπωσιακά ψηλός κι αδύνατος, τον θυμόμουν να χορεύει ζεϊμπέκικο στον γάμο του γιου του, ζύγιαζε τις φτερούγες στον αέρα, σωστός γυπαετός. Τα μάτια όλων πάνω του και τώρα. Τα πόδια σέρνοντας, βαδίζει αργά προς τα έξω, στον χωματόδρομο. «Άντε, πάμε σιγά σιγά. Να τελειώνει κι αυτό. Αφού άρχισε» τον ακούω να λέει, καθώς περνάει από μπροστά μου. Και μου φάνηκε η πιο γενναία, η πιο λογική κουβέντα που μπορούσε να ειπωθεί εκείνη τη στιγμή. Εκείνη την παράλογη στιγμή που διασταυρώνεται η ζωή με τον θάνατο. («Ο θείος», σσ.70-71).

 

Μια συλλογή από μικρο-διηγήματα και άλλα πεζά, όπως ο υπότιτλος, όλα καπνισμένα από τσιγάρα που διαφαίνονται καθαρά ή αχνά στα χέρια των προσώπων, ιστορίες που η διάρκειά τους είναι ευθέως ανάλογη ενός τσιγάρου που ανάβει και σύντομα φθίνει, ταυτόχρονα, όμως, αντιστρόφως ανάλογη του διαχρονικού, αληθινού νοήματος του κόσμου, όπως μέσα τους διατυπώνεται. 


Διώνη Δημητριάδου

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Παρουσίαση-Συζήτηση Αδώνιδος Κήποι

Παρουσίαση-Συζήτηση

Αδώνιδος Κήποι

Εν μέσω ποιητών, συγραφέων και, κυρίως, φίλων. Ευχαριστώ από καρδιάς όσους, αψηφώντας το δριμύ ψύχος, βρέθηκαν χθες (Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2026) στη συζήτηση με αφορμή την ποιητική μου συλλογή Αδώνιδος Κήποι, ΑΩ εκδόσεις (Εξώφυλλο από τη ζωγράφο Φωτεινή Χαμιδιελή) στο φιλόξενο Μύρτιλλο. Μια παρουσίαση/συζήτηση, κάπως διαφορετική, με τη συμμετοχή όσων παραβρέθηκαν. Θερμά ευχαριστώ για τη σύμπλευση τη Χρύσα Φάντη, τον Ηλία Φραγκάκη και τον Βαγγέλη Αλεξόπουλο, που με την προσέγγισή τους και τα σχόλιά τους προκάλεσαν τον ενδιαφέροντα διάλογο.

(φωτογραφίες: Δήμητρα Καραχάλιου, Δέσποινα Νάσσου)





















ΑΒΑΤΟ ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ

ΑΒΑΤΟ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ



Στη γωνιά που εναπόθετε
μ’ ευλάβεια και κατάνυξη
την ομορφιά της μοναξιάς της
και τολμούσε να πλάθει όνειρα
μ’ ανθρώπινη διάσταση,
στη γωνιά που αναπολούσε
με δέος και τρυφερότητα
τα πρώτα της σκιρτήματα
και χάριζε του κορμιού της
τη ζέστη και τη μυρωδιά.
Εκεί που πρωτοδείλιασε
ψηλαφώντας της ψυχής την ευγένεια
και θάρρεψε στ’ ατίθασο του νου,
εκεί που αποζήτησε
να πάει πιο πέρα τον εαυτό της
ισορροπώντας στους μύχιους πόθους
και στου καιρού τις μνήμες,
σ’ αυτή τη γωνιά
οχύρωσε το προσωπικό της άβατο
και το περιτείχισε
με σελίδες, χρώματα και μουσική.
Σ’ αυτή τη γωνιά
μονοδρόμησε τη ζωή στη μοναξιά,
να βγει ακόμη πιο ψηλά.
Φως στο άβατο και σκιά,
άσυλο και ιερό
βαθιά πιο ανθρώπινο
κάτι περισσότερο από το θείο.
Στο άβατο  αυτό της γωνιάς,
καταφυγή και ανάνηψη της ψυχής,
καστροπολεμίτισσα νύχτα,
μάγισσα νύχτα,
μ’ άσωτα τ’ Αυγερινού
τα χείλη και τα χέρια
στάλαξε στα λαχανιασμένα στήθια
σταγόνες ζωής, ίδιες δυο κόκκινα μάτια
κι άνοιξε μικρό παραθύρι
ίσα για να τρυπώσει η ανατολή,
τίποτα να μην πυρπολήσει,
τίποτα να μην κατακτήσει
παρά μόνο να παραδοθεί
φως, έρωτας και ζωή.

Γιώργος  Αλεξανδρής
(φωτογραφία: Moises Levy)

Αννίτα Παναρέτου Ο Μιχάλης Ακύλας και οι οκτώ πρώτοι Το φως τ’ αρπάζει όποιος μπορεί Βιβλιοπωλείον της Εστίας η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 

Αννίτα Παναρέτου

Ο Μιχάλης Ακύλας και οι οκτώ πρώτοι

Το φως τ’ αρπάζει όποιος μπορεί

Βιβλιοπωλείον της Εστίας

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

Αννίτα Π. Παναρέτου: «Ο Μιχάλης Ακύλας και οι οκτώ πρώτοι»

 


 

«Ο άνθρωπος που ξέρει την ώρα που θα πεθάνει είναι ο μόνος ακέριος και γνήσιος άνθρωπος. Όλα τα άλλα είναι όμορφα λόγια. Ο θάνατος είναι ο κριτής, ο υπέρτατος. Εκεί αντίκρυ θα ζυγιάσουμε την ψυχή μας». Με αυτά τα λόγια ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος μιλά για τις τελευταίες ώρες, πριν την εκτέλεση των οκτώ πρώτων στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, στις 5 Ιουνίου 1942. Ανάμεσά τους ο Μιχάλης Ακύλας, 41 ετών, αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, με μετάταξη στην Αεροπορία, πεζογράφος και ποιητής. Ο Ακύλας συνελήφθη μαζί με άλλους πέντε στην προσπάθειά τους να περάσουν στο Κάιρο για να ενωθούν με τις ελληνικές και συμμαχικές δυνάμεις κατά του Άξονα. Στους έξι αυτούς προστέθηκαν δύο νεαροί φοιτητές που οι Γερμανοί συνέλαβαν για την αντιστασιακή τους δράση· Οι εν συνόλω οκτώ, εκτελέστηκαν ως όμηροι, χωρίς καν να περάσουν από δίκη, ως παραδειγματική απάντηση σε σαμποτάζ κατά των Γερμανών. 

Η Αννίτα Παναρέτου, συγγραφέας και ερευνήτρια (έχοντας ήδη ασχοληθεί με την τύχη των ομήρων και αιχμαλώτων των ναζιστικών στρατοπέδων), στο πρόσφατο βιβλίο της παρουσιάζει τη βιογραφία του Ακύλα, προϊόν μακρόχρονης έρευνας και μελέτης πηγών, εστιάζοντας κυρίως στις μνήμες αυτοπτών μαρτύρων. Έτσι, μας γνωρίζει την προσωπικότητα, το ακέραιο ήθος ενός αληθινού Έλληνα πατριώτη, αλλά και τη γραφή ενός λογοτέχνη που μπορεί να μην δημοσίευσε παρά μόνον ένα διήγημα (1934) και μία ποιητική συλλογή (1935), αλλά ήταν γνωστή η φιλία του με τους λογοτέχνες του Μεσοπολέμου, και η συμμετοχή του στους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής. Δεν είναι τυχαία η αφιέρωση του Ηλία Βενέζη στο χειρόγραφο της Αιολικής γης: «Γράφω στις 6 Ιουνίου 1942. Εξετέλεσαν το φίλο μου Μιχάλη Ακύλα, αεροπόρο και ποιητή. Με συγκίνηση τούτο το κεφάλαιο του αφιερώνεται». Ούτε τυχαίο και το «προφητικό», θριαμβικό ποίημα του Ανδρέα Εμπειρίκου «Ίε παι!», γραμμένο για τον φίλο του, τον Ακύλα, το 1933: […] Θα έχης έργα δυσκολώτατα και μεγάλα να κάμης/ Και το βάρος τους θα ’ναι τόσο και τόσοι οι εχθροί σου/ Που μόνον ο μέγας ενθουσιασμός σου και η πίστη/ Θα σ’ επιτρέψουν να  τα φέρης εις πέρας.

Η έρευνα της Παναρέτου διαγράφει μια πορεία από τα πρώτα χρόνια της ζωής του Ακύλα, την επιλογή του να ενταχθεί στο Ναυτικό αρχικά, μετά στην Αεροπορία –μια επιλογή που αναθεωρεί σύντομα και βγαίνει πρόωρα σε σύνταξη, καθώς η στρατιωτική ζωή, όπως ορίζεται από  τους κανόνες (και την  παραβίασή τους) δεν του ταιριάζει– κατόπιν την ανάκλησή του λόγω του πολέμου, την απόπειρα να διαφύγει από την  κατεχόμενη Ελλάδα για να πολεμήσει στη Μέση Ανατολή, τη σύλληψή του, αποτέλεσμα προδοσίας, τη φυλάκισή του, την αναμονή της εκτέλεσης, τέλος την εκτέλεση. Παρουσιάζει πηγές από εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά, από επιστολές. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι αφηγήσεις, οι προφορικές μαρτυρίες, καθώς αποτελούν μέρος της πολύτιμης προφορικής ιστορίας, που εδώ καταγράφεται, συμπληρώνοντας την επίσημη ιστορία. Οι μαρτυρίες των συγκρατούμενων των οκτώ ή αυτές των ιερέων, που επιστρατεύθηκαν για την εξομολόγηση και τη μετάληψή τους, είναι συγκλονιστικές, όπως και τα πρόχειρα μικρά σημειώματα που άφησαν οι εκτελεσθέντες για τους οικείους τους.  Φανερώνουν το ήθος των ανθρώπων μπροστά στον κυνισμό των Γερμανών και του δωσίλογου Έλληνα, μπροστά στην αναμονή της εκτέλεσης. Και, όπως θα ήταν αναμενόμενο, δεν περιορίζεται στον Ακύλα αλλά μνημονεύει και τους υπόλοιπους επτά, καθώς κοινή η μοίρα τους αλλά και κοινή η σθεναρή τους στάση μέχρι το τέλος. Γράφει η Παναρέτου στο «προλογικό» της κεφάλαιο «Συναντώντας τον Μιχάλη Ακύλα»:

 

Ο τίτλος του βιβλίου ξεκινά με έναν στίχο του, που αποδίδει συμβολικά την πεμπτουσία της θυσίας, όχι μονάχα του ίδιου, αλλά και των επτά συγκρατουμένων του, οι οποίοι, άλλος δυναμικότερα, άλλος πιο αμυδρά, άρχισαν να έρχονται σταδιακά στο προσκήνιο· θα ήταν άδικο να τους παρακάμψω, από τη στιγμή που όλοι μοιράστηκαν την ίδια μοίρα, την ίδια στάση απέναντι στον θάνατο, την ίδια επαινετική υστεροφημία. (σ. 15).

 

Διαβάζοντας, νιώθεις να μπαίνουν δίπλα δίπλα οι δύο ιδιότητες του Ακύλα, ο πατριώτης που βρίσκει τη δύναμη να ψάλει τον εθνικό ύμνο και να φωνάξει «Ζήτω η Ελλάδα!» μπροστά στα όπλα των Γερμανών εκτελεστών, και ο λογοτέχνης που με ιδιαίτερο λυρισμό γράφει τους στίχους του, αλλά και παρουσιάζει ένα κριτικό πνεύμα (ξεχωριστό για την εποχή του) στο διήγημά του Οι τελευταίες μέρες του Ιούδα. Σ’ αυτό θα δούμε τον Ιούδα να εξυψώνεται με τον θάνατό του με τον Ιησού, δείχνοντας την ανάγκη της θνητότητας να ενωθεί με τη θεότητα. Θα δούμε, όμως, και μια διαφορετική προσέγγιση του Ιησού, καθώς ο Ακύλας τον βλέπει με το ανθρώπινο πρόσωπό του, πέρα και πάνω από το υπερφυσικό μέγεθος. Είναι κρίμα που έχουμε τόσο λίγα δείγματα της τέχνης του Ακύλα, που ίσως είχε γράψει περισσότερα, αλλά παραμένει μυστήριο πού  βρίσκονται ή πώς χάθηκαν τα χειρόγραφά του.


Αξίζει η αναφορά στη συμβολή στο βιβλίο του Ομότιμου Καθηγητή Σύγχρονης Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Ιστορίας του Ε.Κ.Π.Α, ελληνιστή Χάγκεν Φλάισερ. Όχι μόνο γράφει τον Πρόλογο, παρουσιάζοντας τη δική του «συνάντηση» με τον Μιχάλη Ακύλα (ευτυχείς οι συγκυρίες), αλλά παραθέτει σε χωριστό επιλογικό κεφάλαιο («Συναντώντας τον “δήμιο”) την αληθινή του συνάντηση, το 1972, με τον Γερμανό στρατηγό Αλεξάντερ Αντρέ, που είχε διατάξει την εκτέλεση των οκτώ, παρά τις έντονες εκκλήσεις σημαντικών προσώπων της εποχής, καθώς και το αίτημα που του απηύθυνε σε ζωντανή συνομιλία τους ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, παρά ακόμη και τη συμβουλή της γερμανικής πρεσβείας που επισήμανε το αρνητικό αντίκτυπο μιας τέτοιας εκτέλεσης. Η εικόνα που δείχνει ο εκτελεστής τόσα χρόνια μετά το γεγονός; Όπως γράφει ο Φλάισερ:

 

Είχα ήδη καταλάβει ότι πολλοί άνθρωποι, ιδίως του ευρύτερου δημόσιου βίου, έδειχναν διαφορετικοί, ανάλογα με την περίσταση, με τον ρόλο που καλούνται να εξυπηρετήσουν, με τη ζέση που εξυπηρετούν αυτόν τον ρόλο και, κυρίως, με τον χρόνο που σταδιακά τους απομακρύνει από την περίσταση. (σ. 197).

 

Η έκδοση συνοδεύεται από φωτογραφικό υλικό, εκτενείς Σημειώσεις σε κάθε κεφάλαιο και, το σπουδαιότερο όλων, από τα κείμενα του Ακύλα, το πεζό του και τα ποιήματά του. Μια έκδοση σημαντική και για το ιστορικό της ενδιαφέρον αλλά και για το λογοτεχνικό. Παραθέτω λίγους στίχους του Μιχάλη Ακύλα από τη μοναδική του ποιητική συλλογή:

 

Στίχους, ναι! στίχους γράφουμε· και με τα κούφια λόγια

σαλεύουμε θεμέλια, ξυπνάμε χαλασμούς,

και πάλι στα γκρεμίσματα και πάλι στα συντρίμια

δημιουργοί στυλώνουμε μαρμάρινους ναούς

 

Και εδώ στίχοι, γραμμένοι στη φυλακή, λίγο πριν την εκτέλεση:

 

Εδώ η ζωή μένει σταματημένη

στο αβέβαιο ημίφως

μακρινής ελπίδας.

Έμειναν έξω απ’ τη θύρα

όλα όσα αγαπούμε,

τ’ αφήσαμε εκεί

περνώντας το κατώφλι

 

 

 

Διώνη Δημητριάδου

 

 

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

‛Oδός Πανός® εργοτάξιο εξαιρετικών αισθηµάτων έτος 45o, τχ. 209, Απρίλιος-Ιούνιος 2026

 

‛Oδός Πανός®

εργοτάξιο εξαιρετικών αισθηµάτων

έτος 45o, τχ. 209, Απρίλιος-Ιούνιος 2026



ΠEPIEXOMENA

Σελίδες με τον

Κ.Π.Καβάφη

από την Ελένη Παρισιάδου

3 Ελένη Παρισιάδου: Το περιοδικό Νέα Ζωή Αλεξάνδρειας (1904-1927) και ο Κ.Π.Καβάφης

15 Ελένη Παρισιάδου: Ο Κ.Π.Καβάφης ως συνεργάτης του περιοδικού Γράμματα Αλεξάνδρειας (1911-1919)

38 Δημήτρης Ν. Μανιάτης: Πα

40 Pier Paolo Pasolini Le belle bandiere (Οι Ωραίες Σημαίες). Εισαγωγή: Lorenzo Carrea.

Μετάφραση: Lorenzo Carrea - Πάνος Λιάκος

49 Γιώργος Χρονάς: Ο δικός μου Διονύσης Σαββόπουλος

50 Βασίλης Κοντόπουλος: Εδώ Βερολίνο

55 Θανάσης Θ. Νιάρχος: Ο Γκύντερ Γκρας στην Ελλάδα

67 Χρίστος Χριστοφής: Με την ματιά του συλλέκτη...

74 Κωνσταντίνος Βορβής: Στον Γαλαξία του Μίκη Θεοδωράκη

76 Θανάσης Θ. Νιάρχος: Σελίδες ημερολογίου

81 Φώτης Θαλασσινός: Για τον φωτογράφο Πολυχρόνη Γεωργακόπουλο

85 Γιώργος Σ. Αναγνώστου: Άλλη μια μέρα

86 Τζίνα Καρβουνάκη: Παρουσίαση στην 21η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, 2025

88 Τζίνα Καρβουνάκη: Γιώργος Χρονάς - ο Έλληνας Παζολίνι

90 Τα νέα μας βιβλία, Εκδόσεις Οδός Πανός

91 Βιβλία. Γράφουν οι: Διώνη Δημητριάδου, Νίκος Α. Κωνσταντόπουλος, Κωνσταντίνος Βορβής,

Κωνσταντίνος Μπούρας

127 Θέατρο. Γράφουν οι: Κωνσταντίνος Μπούρας, Αθανάσιος Βαβλίδας

136 Γιώργος Ζώταλης: Ποντικοφάρμακα

138 Μπάμπης Ιμβρίδης: 66ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

152 Σταύρος Σ. Σταμπόγλης: Δημήτρης Ν. Μανιάτης, «Η Καγκέλω»

160 Ηλίας Γ. Προβόπουλος: Ένα βουνό με πρόσωπο ατενίζει το άπειρο…

161 Αθανάσιος Βαβλίδας: Μουσικές Ανταπο-κρίσεις

174 Δευτέρα

Υπάρχει στα βιβλιοπωλεία:

Πολιτεία

Ιανός (Αθήνα, Θεσσαλονίκη)

Πρωτοπορία (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα)

Πατάκης

Αχιλλέας Σίμος

Ελευθέριος Τζανακάκης

Χρήστος Μαρίνης

Α. Κανάκης

Συμμετρία Α. Ε.

Τσιγαρίδας Α. Ε.

Ευριπίδης Α. Ε.

Σμυρνιωτάκης Greek books

Δ. Τσανάς – Σ. Δημόπουλος

Σκλαβούνος Παράσχης

Ηλίας Μαγγόπουλος

Κέντρο του Bιβλίου (Θεσσαλονίκη)

Μαλλιάρης (Θεσσαλονίκη)

Κεντρί (Θεσσαλονίκη)

Oblik Editions (Θεσσαλονίκη)

Πολύκεντρο Θαλασσινού (Κως)

Βιβλιοπωλείο Οδός Πανός, Διδότου 39 και Ιπποκράτους

106 80 Αθήνα, τηλ 2103616782

e-mail: chronas@otenet.gr

και όπου ζητηθεί με αντικαταβολή.

Διανομή από το Πρακτορείο Τύπου, Άργος Α.Ε., μόνο στην Αττική,

και στο αεροδρόμιο Αθηνών

 

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

Αέρας Πεχλιβάνης Κωνσταντίνος Τσάβαλος Η προφορική ιστορία του Βραχνού Προφήτη όπως την αφηγήθηκε ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου και οι συντελεστές του δίσκου Εκδόσεις Μεταίχμιο η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

Αέρας Πεχλιβάνης

Κωνσταντίνος Τσάβαλος


Η προφορική ιστορία του Βραχνού Προφήτη όπως την αφηγήθηκε ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου και οι συντελεστές του δίσκου

Εκδόσεις Μεταίχμιο

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Οι ρωγμές ενός κρυφού τοπίου • Fractal

 

 

Οι ρωγμές ενός κρυφού τοπίου

 


Πώς περνάει η παράδοση στη σύγχρονη ζωή και μένει αλώβητη; Και η μουσική πώς το μπορεί να περνάει κι αυτή μέσα από σπασμένα γυαλιά και οι πληγές της να είναι τα διαχρονικά της εύσημα; Ο λόγος για τον εμβληματικό Βραχνό Προφήτη του Θανάση Παπακωνσταντίνου, που ήδη έχει κλείσει είκοσι πέντε χρόνια διαρκούς επίδρασης σε ό,τι αξιόλογο έχει γραφεί από το 2000 και εξής, καθορίζοντας την ελληνική μουσική ταυτότητα, έναν «κανόνα» έργων που τολμούν να εκφράσουν τον πολυφωνικό της χαρακτήρα. Γράφω για το βιβλίο του Κωνσταντίνου Τσάβαλου, μια καταγραφή, μέσω προφορικών αφηγήσεων, της πορείας δημιουργίας του Βραχνού Προφήτη, από την πρώτη σύλληψη έως το τελικό μουσικό αποτέλεσμα. Και γράφω ακούγοντας ταυτόχρονα τον δίσκο· ίσως έτσι λέω καλύτερα να δένει η αφήγηση με τη μουσική, να συμπληρώνει η μία την άλλη. Μακάρι έτσι όλες οι γραφές, να καταργούν τα σύνορα.

Όπως ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου βρήκε τον τρόπο να περάσει η μουσική του μέσα από τις ρωγμές ενός μυστικού, κρυφού τοπίου, να δέσει μεταξύ τους το πολυφωνικό τραγούδι με την τζαζ του σαξοφώνου, την άγρια, ακατέργαστη στηριγμένη στο ένστικτο ελληνική ψυχή, πολύ παλιά όσο και ο κόσμος, με τους σύγχρονους ηλεκτρονικούς ήχους μιας γενιάς που δεν εννοεί τι βρίσκεται πίσω από τη σκόπιμα κατασκευασμένη «τοιχογραφία», άλλο τόσο ο Τσάβαλος, άνοιξε αυτές τις ρωγμές για να αποδώσει σε κοινή θέα το σκοτεινό τοπίο. Ανεβάζει ξανά στη «σκηνή» έναν προφήτη που οι σιωπές του γίνονται κραυγές, βραχνό, όπως εκείνος του Κ. Χ. Μύρη στα «Χίλια μύρια κύματα» της Ιθαγένειας, με τη μνεία του Χιώτη του τυφλού τραγουδιστή βραχνού προφήτη, ή όπως εκείνος ο άλλος του Σαββόπουλου, κρυμμένος μέσα στις «Δημοσθένους λέξεις», ή όπως κάθε άλλος που μολογάει όσα βλέπει σε όσους δεν μπορούν ή δεν θέλουν να τον ακούσουν.


Κι επειδή πρέπει να γίνεται αναφορά σ’ αυτό που θα μπορούσε να θεωρηθεί αρχική, κινητήρια ιδέα,  έρχεται εδώ ο ποιητής Χρήστος Μπράβος με τον δικό του στίχο: Χιόνι και πένθιμο σκυλί βραχνός προφήτης («Ήμερος ύπνος», Με των αλόγων τα φαντάσματα, 1985), να μιλήσει για τον δικό του βραχνό προφήτη, να δούμε δύο από τα ποιήματά του, διασκευασμένα στον Βραχνό Προφήτη του Παπακωνσταντίνου. Ένα αόρατο νήμα συνδέει τους ξεχωριστούς δημιουργούς σ’ αυτόν τον τόπο, ζώντες και τεθνεώτες, κι έτσι γράφονται αριστουργήματα. Διαβάζω τα ποιήματα του Μπράβου, ακούω τις «πειραγμένες» μουσικές του Παπακωνσταντίνου, απογειώνομαι και προσγειώνομαι και ξανά και ξανά εννοώ πως αυτό το σπουδαίο «πείραγμα», αυτή η εμπνευσμένη μείξη των μουσικών ειδών, η σχηματοποίηση και η αποδόμηση ταυτόχρονα ενός κόσμου που τελικά είναι ενιαίος (μέσα από τα ρήγματα και τις ρήξεις χτίζεται το ουσιαστικό σύνολο) γι’ αυτό και αντέχει τις διαδοχικές μορφοποιήσεις, είναι όλη η αξία της δημιουργίας. 

 

Διαφορετικές οι φωνές σ’ αυτό το πολυφωνικό βιβλίο που ηχεί σαν μουσική, άλλες από την πολύτιμη μνήμη, που αποτυπώνεται ως προφορική ιστορία, άλλες από τον τυπωμένο λόγο, άλλες από συνεντεύξεις. Οι παρεμβάσεις του Τσάβαλου ανάμεσα σ’ αυτές τις φωνές ενορχηστρώνουν το όλον, εξηγώντας, επισημαίνοντας, διατυπώνοντας θέσεις. Ο πρόλογος του Άρη Δημοκίδη επισημαίνει την αξία της προφορικής ιστορίας, για να ακολουθήσει μια πιο προσωπική επαφή του με τον δίσκο. Χωρισμένο το βιβλίο κατά τη διάταξη των έργων στον δίσκο, «προλογίζονται» με σύντομα κείμενα που συνοδεύουν τους στίχους των τραγουδιών. Στο εξώφυλλο (σχεδιασμός: Παναγιώτης Πανταζής) η  μορφή του «Προφήτη», σχεδιαστική εκδοχή της φωτογραφίας του Τάκη Τλούπα με τον άντρα με το μυστηριώδες λοξό βλέμμα, που στο εξώφυλλο του δίσκου λέει κάτι, αλλά μόνον για όσους μπορούν να  εισχωρήσουν σε ό,τι υπάρχει πίσω από το βλέμμα του.

 

Κράτησα για το τέλος ένα απόσπασμα που κάνει μια αποτίμηση της αξίας του Βραχνού Προφήτη:

 

Είναι ένας δίσκος που ανήκει στην Ελλάδα, αλλά μιλάει μια γλώσσα που, αν και τοπική, διασχίζει σύνορα. Αυτό που ενσαρκώνει δεν είναι η «μουσική του κόσμου», αλλά η μουσική του ανθρώπου που κατοικεί την εσωτερική του έρημο. Μια μορφή ζοφερής, δυσοίωνης και ενίοτε καταθλιπτικής φολκ, όπου το προσωπικό βίωμα και η συλλογική μνήμη μπλέκονται σε ήχους λιτούς αλλά βαθιά φορτισμένους. Και αυτό το είδος μουσικής δημιουργίας δεν κατηγοριοποιείται εύκολα – ευτυχώς. (σ. 224).

 

Ένας τέτοιος αέρας, χωρίς σύνορα, φυσάει μέσα στον δίσκο, και το βιβλίο τον «καταγράφει» άριστα.

 Διώνη Δημητριάδου