«Αυτό που η Νίκι είχε ξεχάσει.»
«H Νίκι παίρνει τα όπλα.»
«Η Νίκη πηγαίνει στη μάχη.»
Χωρίζοντας σε επιμέρους κεφάλαια τη ζωή της Νίκι ντε Σεν Φαλ, οι τίτλοι των οποίων αντικατοπτρίζουν εύστοχα την κλιμάκωση της εκρηκτικής της ιδιοσυγκρασίας, η Σελίν Σαλέτ επιχειρεί να σκιαγραφήσει την εμβληματική καλλιτέχνιδα στην ολότητά της, εγχείρημα ιδιαίτερα δύσκολο εξ ορισμού. Διπλά δύσκολο μάλιστα, αν λάβει κανείς υπόψιν ότι πρόκειται για το σκηνοθετικό ντεμπούτο της Γαλλίδας ηθοποιού.
Διαβάστε τη συνέντευξη: Οταν η Σελίν Σαλέτ συνάντησε τη Νίκι ντε Σεν Φαλ
Ανατρέχοντας στην προ καλλιτεχνικής ιδιότητας φάση της ζωής της, από το 1952 μέχρι και το 1960, o πολυτάραχος βίος της ντε Σεν Φαλ ξετυλίγεται ενώπιόν μας. Ή τουλάχιστον, τα κομμάτια του που επιλέγει να φωτίσει η Σαλέτ, τα οποία είναι - εκ φύσεως - πολιτικά φορτισμένα στη βάση τους, χωρίς απαραίτητα να το βροντοφωνάζουν. Οι αναφορές στα παιδικά της χρόνια και την τραυματική σχέση με τον πατέρα της, η διερεύνηση του ρόλου της ως συζύγου και μητέρας, η αποτύπωση της ακατάπαυστης επιθυμίας της να δημιουργεί ακόμη και ούσα έγκλειστη σε ψυχιατρικό ίδρυμα και η καταλυτική επίδραση της ιαματικής διάστασης της τέχνης είναι θεματικές (και ταυτόχρονα σταθμοί της βιογραφίας της ντε Σεν Φαλ) που μιλούν από μόνες τους, όμως σε καμία περίπτωση δεν αποδεικνύονται αυτάρκεις σε βαθμό που να μπορούν να πλαισιώσουν επαρκώς το όλο εγχείρημα.
Στην προσπάθειά της να επικεντρωθεί στην παράθεση των γεγονότων, η Σαλέτ συνθέτει ένα ασφαλές, σχεδόν διεκπεραιωτικό, φιλμικό πορτρέτο τόσο σε επίπεδο φόρμας, όσο και αφήγησης, με αποτέλεσμα η βιογραφία της αντισυμβατικής εικαστικού να εξαντλείται σε μια επιδερμική αναπαράσταση της ζωής και του έργου της. Μόνα στοιχεία ευρηματικότητας, ορισμένα διάσπαρτα split screen και ο - κατ’ άλλα έξυπνος - προαναφερθείς χωρισμός της ιστορίας σε ενότητες, η (αφηγηματική) ισχύς των οποίων αποδυναμώνεται εξαιτίας του συνόλου.
Και κάπως έτσι, το βάρος πέφτει - σχεδόν εξ ολοκλήρου - στους ώμους της Σαρλότ Λε Μπον, η οποία, μέσα από μία εύθραυστη και ειλικρινή ερμηνεία, επιχειρεί γενναία να δώσει πνοή σε έναν χαρακτήρα που το ίδιο το σενάριο δεν αναπτύσσει επαρκώς. Και ναι μεν πράγματι καταφέρνει επάξια να αποτυπώσει με συνέπεια τις εσωτερικές συγκρούσεις και τις ευαισθησίες της ντε Σεν Φαλ, παρ’ όλ’ αυτά εγκλωβίζεται στην έλλειψη στιβαρού αφηγηματικού πλαισίου ή/και μίας δημιουργικότερης σκηνοθετικής ματιάς.
Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία που, ενώ είχε την προοπτική να αποτελέσει ένα βαθύ (και γιατί όχι ακόμη και ουσιαστικά ανατρεπτικό) πορτρέτο μίας γνησίως πολυσχιδούς προσωπικότητας, αρκείται σε μία συμβατική προσέγγιση, υποβαθμίζοντας εντέλει τη σπουδαιότητα της ντε Σεν Φαλ και αφήνοντας συγχρόνως τον θεατή με την αίσθηση ότι παρακολούθησε κάτι το ανολοκλήρωτο, το ελλιπές.