Δεν έχω καθρέφτη εδώ.
Έτσι, μαθαίνω το πρόσωπό μου από τον τρόπο που με κοιτούν τα αντικείμενα.
Το ποτήρι, το κάδρο, το σκοινί της απλώστρας — όλα θυμούνται κάτι από μένα.
Όχι ολόκληρο. Μονάχα την κλίση του ώμου, την παύση ανάμεσα σε δύο κινήσεις.
Οι λέξεις αραίωσαν.
Τις λέω μέσα μου και τις δοκιμάζω σαν παλιό κρασί.
Άλλες έχουν ξινίσει.
Άλλες παραδόξως γλυκαίνουν.
Μου λείπει η ένταση.
Όχι η σύγκρουση — αυτή ποτέ.
Μου λείπει εκείνο το λεπτό ηλεκτρικό φορτίο
που έχει ένας άνθρωπος όταν μπαίνει στο δωμάτιο και δεν ξέρεις ακόμα τι νιώθει για σένα.
Έμαθα να κάθομαι χωρίς σκοπό.
Ο χρόνος εδώ δεν είναι πράγμα. Είναι αφή.
Σαν αόρατο χέρι που μου χαϊδεύει τον αυχένα
και μετά φεύγει, χωρίς να ρωτήσει τίποτα.
Δεν είμαι καλά ούτε άσχημα.
Είμαι απλώς σε ειρήνη με το ανείπωτο.
