έχει βρεθεί πως αρκετά μέταλλα (π.χ. ο σίδηρος, ο χαλκός κ.ά.)
προέρχονται από περιοχές εκτός του ηλιακού μας συστήματος.*
προέρχονται από περιοχές εκτός του ηλιακού μας συστήματος.*
Εκείνο που χαρακτηρίζει και συγχρόνως διαφοροποιεί δομικά, κατασκευαστικά, τον άνθρωπο από όλα τα υπόλοιπα φυσικά όντα της Γής είναι η ποιότητα και η ανάπτυξη του νευρικού του συστήματος, έτσι που η εμφάνιση του ανθρώπου να αποτελεί την κορυφαία πράξη της βιολογικής εξέλιξης στον πλανήτη μας.
Καθώς η εξέλιξη προχωρεί, το νευρικό του σύστημα διαρκώς αναπτύσσεται ποσοτικά και ποιοτικά, και γίνεται πλέον ευαίσθητος δέκτης της πνοής του Θείου Πνεύματος.
Αυτή η ανάπτυξη του νευρικού συστήματος και του εγκεφάλου, που χαρακτηρίζει το ανθρώπινο όν, επέφερε βαθύτατη αλλαγή στην όλη πορεία της εξέλιξης. Έτσι, στο ανθρώπινο όν δεν κληρονομούνται μόνο οι γενετικές ιδιότητες αλλά και οι εμπειρίες που, μέσω του λόγου και της μνήμης, μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά.
Ο άνθρωπος έρχεται στον κόσμο προικισμένος με το δύνασθαι, την κρίση και το αυτεξούσιον, τρία ανεκτίμητα προικιά που τού επιτρέπουν να κάνει, ανά πάσαν στιγμήν του βίου του, ωφέλιμες ή επιζήμιες επιλογές και, ανάλογα, να ελέγχει ή όχι τα ορμέμφυτα, τα οποία διέπουν τη συμπεριφορά όλων των λοιπών έμβιων όντων.
Και τούτο επειδή ο άνθρωπος είναι μορφή Ζωής συνειδητή, ενώ τα ζώα είναι μορφές Ζωής ενστικτώδεις. Άρα μόνο το ανθρώπινο όν είναι συνειδησιακά εξελίξιμο, έχει δηλαδή φύσει τη δυνατότητα, τελειούμενο, να προάγεται συνειδησιακά και να χωρεί στο θείο Υπερσυνείδητο.
*
Η ελεύθερη βούληση του ανθρώπου είναι απόλυτα σεβαστή και απαραβίαστη από το Θείον. Μέσα σε αυτό το πνεύμα βλέπουμε στα Ευαγγέλια τον ίδιο τον Κύριο να απευθύνει εκείνο το ανεπανάληπτο «συ πιστεύεις εις τον υιόν του Θεού;» (Ιω. θ΄, 35) στους ασθενείς και στους παράλυτους που Τον πλησιάζουν, προκειμένου να τούς θεραπεύσει, αφού η θετική τοποθέτησή τους απέναντί Του είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για να μην παραβιαστεί το αυτεξούσιον του ανθρώπου.
Ο Χριστός όμως δεν απαιτεί το ίδιο από τους δαιμονισμένους, αφού αυτοί δεν είναι σε θέση να απαντήσουν, λόγω της κατάληψής τους από τα δαιμόνια και της παρεπόμενης δεινής ψυχοσωματικής τους κατάστασης (Ματθ. θ΄, 27-32).
*
Όλες οι φυσικές μορφές στον κόσμο τούτο της Ύλης είναι μεν εκ του Θεού, είναι μεν εκφράσεις θείων Ιδεών, πλην όμως, καθώς δημιουργήθηκαν για ορισμένο σκοπό, τελούν υπό την επίδραση των πεπερασμένων ορίων του χώρου και του χρόνου, και είναι επομένως προσωρινές, παροδικές, υποκείμενες στην αναπόφευκτη φθορά.
*
Εντούτοις αυτός [ο άνθρωπος], και μόνον αυτός από όλες τις μορφές της Δημιουργίας και ειδικότερα από όλα τα έμβια όντα, εκδηλώνει ευγλωττότερα τη ροή του Πνεύματος μέσα στην Ύλη και έχει, φύσει, τη δυνατότητα, μέσω της ηθικής τελείωσης, δηλαδή της αγνοποίησής του, να εξελιχθεί συνειδησιακά, να περάσει στην αιωνιότητα και, ταυτιζόμενος με τη Ζωή, να ζήσει.
*
'Ολες οι έμβιες μορφές απλώς «υπάρχουν», υφίστανται· μόνον ο άνθρωπος διαθέτει το προνόμιο να έχει συνείδηση της ύπαρξής του, αυτοσυνειδησία, προνόμιο τραγικό όταν πρόκειται για τον ίδιο του τον θάνατο. Έτσι, δεν αρκείται, όπως τα υπόλοιπα έμβια όντα, να «υπάρχει», αλλά αγωνιά για την «ύπαρξή» του και διαλογίζεται, στοχάζεται, φιλοσοφεί, ματαιοπονώντας, γύρω απ' αυτήν.
Η εμπειρική και λογική, αλλά όχι διαισθητική όπως ενδεχομένως για τους άλλους ζώντες οργανισμούς, βεβαιότητα της επερχόμενης, αργά ή γρήγορα, λήξης του βίου του αποτελεί τον πυρήνα της υπαρξιακής του τραγικότητας.
Έτσι κι αλλιώς ο θάνατος δεν υπάρχει ή, ορθότερα, δεν αφορά τον άνθρωπο,
αφού ούτε ο νεκρός αλλά ούτε και ο ζών πεθαίνει.
Επομένως, ο άνθρωπος δεν «πεθαίνει» ποτέ, παρά, μετά την αναχώρησή του
από τούτο τον κόσμο της πλάνης, είτε παραμένει νεκρός,
είτε χωρεί στη Ζωή.**
αφού ούτε ο νεκρός αλλά ούτε και ο ζών πεθαίνει.
Επομένως, ο άνθρωπος δεν «πεθαίνει» ποτέ, παρά, μετά την αναχώρησή του
από τούτο τον κόσμο της πλάνης, είτε παραμένει νεκρός,
είτε χωρεί στη Ζωή.**
Φοίβος Πιομπίνος, Περί των μορφών τινά (έκδ. Επτάλοφος, Αθήνα 2022, σσ. 56-57, 60, 67-68, 68-69, 70). -Το αμφιβόλου βεβαιότητος motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 55). Κι η κατακλείδα εκ του ιδίου (ό.π., σ. 69).