σταλαγματιές γαλήνης

Μέρες απαγορεύσεων και πάλι, περιορισμών και αναπόφευκτου κοινωνικού αποκλεισμού.

Ξανά κλεισμένοι στα σπίτια μας, με τον θανατηφόρο ιό να καλπάζει, την αποξένωση να μας περικυκλώνει και τον φόβο, να φτάνουν στιγμές που μας παραλύει.

Σε μια τέτοια μίζερη ψυχική διάθεση, σαν διέξοδο για να ξεφύγει το μυαλό μου από τον covit-19, αλλάζοντας εικόνες και παραστάσεις, στράφηκα μέσα στον σωρό από παλιότερες φωτογραφίες μου. Να ξαναθυμηθώ και να μιλήσω με άλλες, ανέμελες καταστάσεις και στιγμές. Συνειδητοποιώντας ταυτόχρονα τον κίνδυνο που διατρέχουμε, μέσα σε αυτές τις συνθήκες, να χάσουμε την δυνατότητα συσσώρευσης τέτοιου είδους πλούτου μέσα μας, αποκοπτόμενοι σιγά σιγά από το περιβάλλον.

Ψάχνοντας λοιπόν ψηφιακές μου φωτογραφίες, χωρίς ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, έπεσα τυχαία πάνω σε κάποιες, ξεχασμένες, από την Κερκίνη, περικυκλωμένη από την όμορφη φύση της και τα πουλιά.

Και τότε μου ήρθε μια ιδέα.

Να συνεχίσω αυτό το ψάξιμο για να εντοπίσω κι άλλες από εκεί ή ακόμα κι από αντίστοιχες επισκέψεις σε κάποιες από τις λίμνες μας.

Προέκυψε έτσι μια ελεύθερη συλλογή που έμοιαξε σαν ένα μικρό, εικονικό ταξίδι μέσα στον χρόνο. Σε τέσσερις, τελικά, από τις δικές μας λίμνες.

Στην πλούσια σε βιοποικιλότητα τεχνητή λίμνη της Κερκίνης πάνω στον Στρυμώνα. Στην Ζάζαρη, μικρή λίμνη κοντά στο Αμύνταιο, που με την σειρά της τροφοδοτεί και την γειτονική της Χειμαδίτιδα. Στο Ελληνικό κομμάτι της Μικρής Πρέσπας, προστατευόμενο βιότοπο, μέρους του Εθνικού Δρυμού Πρεσπών. Και τέλος στην πιο τουριστική λίμνη της Καστοριάς, με την πόλη να ξεκουράζεται από πάνω της.

Η κάθε μια με την δική της ζωή, τις διαχρονικές ομορφιές και την γαλήνη της.

Με τον φακό μου να αποτυπώνει, ερασιτεχνικά, μικρό μόνο κομμάτι από όλα αυτά. Που όμως μου ξαναθύμισαν την γαλήνη από τα ακύμαντα νερά, τους κατοπτρισμούς, την ησυχία αλλά και τα φτερουγίσματα, τους παφλασμούς, τα πετάγματα τριγύρω.

Ένοιωσα πως μιας τέτοιας φύσης εικονικό ταξίδι θα μπορούσα να το μοιραστώ και μ’ άλλους, χαρίζοντας έτσι και σ’ αυτούς την δυνατότητα μιας ελάχιστης φυγής προς την χαλάρωση και την ηρεμία που μας αποστερούν οι, κακοφορμισμένες σήμερα, πραγματικές συνθήκες.

Κι έτσι οργάνωσα κι έστησα λίγο πιο συστηματικά αυτήν την μικρή περιήγηση.

Θυμίζοντας την μαγεία των ακύμαντων νερών κι αυτών που καθρεφτίζονται μέσα τους.

Βαδίζοντας για λίγο σε ποικίλες ακρολιμνιές.

Κοιτάζοντας τον μόχθο κάποιων ντόπιων ψαράδων.

Παρατηρώντας το ολοζώντανο πλήθος από τα ενδημικά ή τα μεταναστευτικά πουλιά που τις χρησιμοποιούν σαν σταθμό στην πορεία τους.

Που ξεκουράζονται σε κλαριά ή συνωστίζονται σε πυκνές ομάδες, τόσο στις όχθες όσο και στην μέση της λίμνης, πριν ξαφνικά σηκωθούν κι αρχίσουν να πετούν τριγύρω μας, μονάχα τους ή σε σμήνη.

Απολαμβάνοντας μοναδικές εικόνες. από την καμαρωτή τους πλεύση, το ανάλαφρο πέταγμα τους, τους χορούς τους πάνω στο νερό και τις βουτιές τους.

Ένα ανάλαφρο περιδιάβασμα σε εικόνες. Χωρίς κάποιον ιδιαίτερο στόχο, βαθύτερες σκέψεις, προσδοκίες ή απαιτήσεις. Μόνο την ευχαρίστηση και την ανάσα δροσιάς που μπορούν κάποιες εικόνες να προσφέρουν. Ίσως μαζί με ένα φευγαλέο ξεστράτισμα από τις έγνοιες και την πραγματικότητα.

Ελπίζοντας πως όλα αυτά, συντάσσουν απλά μια αισιόδοξη νότα και μια ανάπαυλα από τις άλλες φορτισμένες καθημερινές εικόνες, τους φόβους και τις ανασφάλειες.

Φώτης Λαμπρινός

έτσι… για χαλάρωση

Σκαλίζοντας και χαζεύοντας κάποιες παλιότερες φωτογραφίες μου, σαν στιγμές χαλάρωσης μέσα σε αυτές εσώκλειστες και πρωτόγνωρες μέρες του κορωναϊού, έπεσα πάνω σε κάποιες με στιγμιότυπα από τα, κατά καιρούς, διάφορα σεργιανίσματα μου σε δυο πόλεις. Στην Αθήνα και στην Θεσσαλονίκη. Στην μια, που μου χάρισε τις ρίζες και τις ανεξίτηλες αναμνήσεις από τα ανέμελα παιδικά κι εφηβικά μου χρόνια, κρατώντας με 19 χρόνια κοντά της και στην άλλη, που μέσα της ανδρώθηκα και μ’ έχει κερδίσει εδώ και μισό αιώνα τώρα.

Σεργιανίζοντας τότε ανέμελα σε άλλες, πιο ζωντανές, εποχές με την ανθρώπινη παρουσία εμφανή στους κοινόχρηστους χώρους. Εκεί, κάτω από την Ακρόπολη, μέσα στην Πλάκα, στ’ Αναφιώτικα και στο Μοναστηράκι. Κι εδώ, στην Άνω Πόλη, τριγύρω στα Κάστρα και μέσα σε στενά, κατηφορικά δρομάκια της.

Κοιτάζοντας λοιπόν τις διάφορες, σκόρπιες αυτές φωτογραφίες, μου ήρθε ξαφνικά στο μυαλό, κάτι σαν παιχνίδι, η ιδέα να τις αντιπαραβάλω μέσα από μία ταυτόχρονη ματιά. Να ψάξω έτσι για να βρώ αν κρύβουν κάποια παρόμοια χαρακτηριστικά κι αν, εντέλει, στην εντύπωση που προκαλούν είναι εμφανή και σε πιο βαθμό, τα ίχνη από την μακραίωνη ιστορία τους.

Χωρίς καμιά πρόθεση σοβαρής ξενάγησης, ούτε και με ιδιαίτερες απαιτήσεις. Μόνο με μια διάθεση επικοινωνίας.

Ένα κοινό χαρακτηριστικό τους γνώρισμα είναι η ενσωματωμένη μέσα τους ανθρώπινη κλίμακα. Η χαμηλή τους δόμηση, που ανάμεσα της ξεφυτρώνουν τα διάφορα μνημεία, οι δαιδαλώδεις διαδρομές τους στα στενά κι ανηφορικά δρομάκια, τα έντονα χρώματα, οι αυλές που παραμένουν ακόμα, τα λουλούδια που τις κοσμούν. Και βέβαια η στενή και συνεχής τους σχέση με την μακραίωνη ιστορία της κάθε πόλης.

Οι πολλαπλές διαφοροποιήσεις τους, είναι ωστόσο αυτές που τις κάνουν μοναδικές.

Στην Πλάκα κι εκεί τριγύρω.

Στην πολύβουη, πολυσύχναστη και κοσμοπολίτικη σήμερα Αθήνα, με ρίζες που χάνονται βαθειά μέσα στον κλασσικό πολιτισμό.

Ένα ξεχωριστό, κάτω από την δεσπόζουσα Ακρόπολη, παμπάλαιο κομμάτι της πόλης με συνεχή παρουσία. Δομημένο σταδιακά Επάνω, ανάμεσα και τριγύρω στην καρδιά του κλασικού πολιτισμού, με διάσπαρτες τις πινελιές από μετέπειτα επιρροές. Διατηρεί ωστόσο εμφανή τον χαρακτήρα που σταδιακά απέκτησε, όταν η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα. Το πολύβουο, πολύχρωμο παζάρι στο Μοναστηράκι. Η Πλάκα, η παλιότερη συνοικία της Αθήνας και η αρχοντιά που αποπνέει. Τα Αναφιώτικα με τον πιο λαϊκό κυκλαδίτικο χαρακτήρα τους. Όλα μαζί, με ασαφή τα μεταξύ τους όρια, αραδιασμένα σ’ ένα ενιαίο σύνολο στα πόδια της Ακρόπολης και δίπλα στις κλασσικές αρχαιότητες. Μια περιοχή που μεταλλάσσεται μέσα στους αιώνες, παραμένοντας συνεχώς ζωντανή.

Πλήθος αντιπροσωπευτικών δειγμάτων από την μίξη των πολιτισμικών διαστρωματώσεων της συμβιώνουν αρμονικά μέσα της.

Κλασσικά και ρωμαϊκά μνημεία (Βιβλιοθήκη του Αδριανού, Αέρηδες),

Βυζαντινοί και νεώτεροι ορθόδοξοι ναοί, (Εισοδίων της Θεοτόκου-Καπνικαρέα-, Αγίου Νικολάου Ραγκαβά, Αγίας Αικατερίνης, Παναγίας Γρηγορούσας και Παμμεγίστων Ταξιαρχών, Αγίων Αναργύρων-Μετόχι Παναγίου Τάφου-),

Οθωμανικά κτίσματα (Τζαμί Τζισδαράκι, Φετιχιέ Τζαμί, Πύλη του Μεντρεσέ),

Πιο πρόσφατα νεοκλασικά κτίρια. (ένα από αυτά και το πρώτο Ελληνικό Πανεπιστήμιο, το »Οθώνειο Πανεπιστήμιο» μετέπειτα Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο, στην οικία Κλεάνθη-Schaubert)

Μια ολοζώντανη περιοχή, μαγνήτης για πλήθος τουριστών κι επισκεπτών από κάθε γωνιά της Γης. Που, σε αυτές τις φωτογραφίες, ξεχύνονται στο παζάρι, στις αρχαιότητες και στις πολυτραγουδισμένες ανηφοριές και τα σκαλιά. Ανάμεσα σε κατοικίες, ξενώνες, μνημεία, πολύχρωμα μικρομάγαζα, πραμάτειες απλωμένες στον δρόμο, ταβερνάκια…

Στα Κάστρα και στην Πάνω Πόλη.

Στην Θεσσαλονίκη, την ριζωμένη κι αυτή βαθειά μέσα στους αιώνες. Με αποδυναμωμένο όμως πια σήμερα, για διάφορους λόγους, τον άλλοτε κραταιό πολυπολιτισμικό της χαρακτήρα, τον ποτισμένο από Βυζαντινά, Οθωμανικά, Εβραϊκά, Βαλκανικά αλλά και Ευρωπαϊκά στοιχεία κι επιρροές.

Η χαρακτηριστική περιοχή στην βορειοδυτική πλευρά της πόλης, που ουσιαστικά έμεινε άθικτη από την μεγάλη, καταστροφική φωτιά του 1917 και που, στα ύστερα χρόνια, στέγαζε εδώ κυρίως τους Οθωμανούς, έως την πονεμένη ανταλλαγή των πληθυσμών που προκάλεσε η Εθνική καταστροφή του 1922.

Αναδομημένη πια σχεδόν ολόκληρη, από τους νεώτερους κατοίκους της, παρουσιάζεται σήμερα με ένα πιο ανανεωμένο πρόσωπο, ωστόσο πάνω στα χνάρια της προηγούμενης κατάστασης που εγκατέλειψαν οι προγενέστεροι κάτοικοι,. Μια, βατή κυρίως με τα πόδια, περιοχή αμιγούς κατοικίας κάτω από τα »Κάστρα», με πανοραμική, ανοιχτή ή μέσα από κρυφές σχισμές της, θέα προς την αραδιασμένη στα πόδια της Θεσσαλονίκη και τον Θερμαϊκό.

Εδώ ένας ήσυχος περίπατος περιορίστηκε σε μια μικρή μόνο διαδρομή από τα »Κάστρα» μέχρι το κάτω όριο της με την σύγχρονη πόλη.

Στην συγκεκριμένη αυτή διαδρομή που ακολουθήθηκε, τον Οθωμανικό χαρακτήρα, που έχει πια σχεδόν τελείως χαθεί, έρχονται να θυμίσουν μόνο κάποια διάσπαρτα απομεινάρια ανώνυμων κατοικιών και η δημόσια κρήνη στο Τσινάρι.

Πέρα όμως από τα κάποια ακόμα κτίσματα στην παρακείμενη περιοχή, όπως για παράδειγμα ο Τουρμπές (μαυσωλείο) του Μουσά Μπαμπά, τον προγενέστερο οθωμανικό χαρακτήρα τον προσωνύμια και τοπωνύμια που εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται : Γεντί Κουλέ, Τσαούς Μοναστήρι, Τσινάρι, Κουλέ Καφέ, κ.α.

Ωστόσο, στην ίδια διαδρομή, παραμένει έντονο το αποτύπωμα του Βυζαντίου. Στα Βυζαντινά Τείχη (τα »Κάστρα» όπου περιλαμβάνεται και το Επταπύργιο, το πολυτραγουδισμένο Γεντί Κουλέ των ρεμπέτικων τραγουδιών).

Στην Μονή Βλατάδων (το Τσαούς Μοναστήρι μετά την δεύτερη άλωση της πόλης το 1430, με φερόμενη κτητόρισσα την αυτοκράτειρα Άννα Παλαιολογίνα), σήμερα ενσωματωμένη στο Ίδρυμα Πατερικών Μελετών. Στον φωλιασμένο ανάμεσα σε αυλές ναό του Οσίου Δαυίδ, παλαιό καθολικό της μονής Λατόμου. Στον επιβλητικό ναό της Αγίας Αικατερίνης, χρονολογούμενης από την Παλαιολόγειο περίοδο.

Και βέβαια δεν λείπουν από εδώ καφενεδάκια και ταβερνάκια. Κι ανάμεσα τους κάποια παλιά γραφικά που, ξεπερνώντας κι αυτά τις πολιτισμικές ανατροπές, συνεχίζουν την πορεία τους.

Κάπως έτσι τελειώνει αυτή η μικρή, εικονική βόλτα Ένα ακόμα σεργιάνι σ’ αυτές τις δύο περιοχές. Σαν ένα παιχνίδι κι ένα ερέθισμα για μια νέα επίσκεψη, όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν και πάλι.

Φώτης Λαμπρινός

Ελληνικό Ηπείρου

17 Νοέμβρη 2019. Πολυτεχνείο, Σαράντα έξι χρόνια μετά.

Μακρυά από συνθήματα, ιαχές, διαξιφισμούς για την ηρωϊκή σημαία, αποκλεισμένους δρόμους, αστυνομοκρατία, επιφυλακές, ογκώδεις πορείες, γνωστούς αγνώστους, προδιαγεγραμμένες ταραχές, φωτιές, δακρυγόνα, λάμψεις, κρότους, τηλεοπτικές καλύψεις, ζωντανές ανταποκρίσεις από τα »μέτωπα».

Ένα άλλο, εσωστρεφές προσκύνημα.

Σ’ ένα χώρο όπου ένα πλήθος από τ’ αποκαϊδια του, που έμειναν πίσω, μεταμορφώθηκαν σε τέχνη κι έτσι ξορκίζουν και κρατούν εσαεί ζωντανές τις μνήμες. Από τα άξια χέρια ενός αυτόκλητου φύλακα μνήμης. Του γλύπτη Θεόδωρου Παπαγιάννη.

Μουσείο σύγχρονης τέχνης »Θεόδωρος Παπαγιάννης» στο Ελληνικό Ηπείρου, γενέτειρα του καλλιτέχνη.

Το μουσείο δημιουργήθηκε από την αγάπη και την φροντίδα του ίδιου για τον τόπο του. Το υπό εγκατάλειψη δημοτικό σχολείο, στα θρανία του οποίου είχε καθίσει κι εκείνος στα παιδικά του χρόνια, μεταμορφώθηκε έτσι σε μια φωλιά πολιτισμού και τέχνης. Που έκτοτε εμπλουτίζεται συνεχώς με έργα και προσφορές και άλλων δημιουργών.

Σταθήκαμε τυχεροί να μας ξεναγήσει ο ίδιος ο γλύπτης στον χώρο μέσα κι έξω από το μουσείο, χαρίζοντας μας έτσι μια πιο πλούσια κι ουσιαστική ματιά στον χώρο και τα εκθέματα.

Μια τέτοια προσωπική ξενάγηση αποκαλύπτει από πρώτο χέρι αυτά που κουβαλάει μέσα του, που σκέφτεται, που αισθάνεται, που επιδιώκει να μεταφέρει και να αφήσει πίσω του ο καλλιτέχνης. Που διευκολύνει την ερμηνεία του έργου του, τις επιλογές του σε υλικά, τους τρόπους δουλειάς και παρουσίασης. Αποφεύγοντας τις πολλαπλές ερμηνείες και εικασίες για τις προθέσεις του, από τους ενδεχόμενους μετέπειτα μελετητές του.

Στον εσωτερικό χώρο του πέτρινου κτιρίου στεγάζονται κάποια μόνον από τα ποικίλα έργα και τις ενότητες έργων του Παπαγιάννη, παραγωγή πολλών χρόνων δουλειάς και δημιουργίας. Το πλούσιο όμως επί πλέον φωτογραφικό υλικό καταδεικνύει το εύρος και την ποιότητα του συνόλου της δουλειάς του.

Η έμπνευση του Παπαγιάννη πηγάζει από τα προσωπικά του βιώματα και το αποτύπωμα που άφησε πάνω του ο τόπος του.

Όμως ένα ακόμα από τα ερεθίσματα είναι η ανίχνευση της δυνατότητας επανάχρησης ανακυκλώσιμων υλικών κι η μετουσίωση τους σε έργα τέχνης, προσδίδοντας τους ταυτόχρονα και μια εκπαιδευτική διάσταση. Άλλωστε αυτή είναι και μία από τις στοχεύσεις που εμπεριέχει και η δημιουργία του μουσείου.

Όλη η αυλή του σχολείου είναι διάσπαρτη με έργα και από διάφορους άλλους γλύπτες. Που κάθε καλοκαίρι, προσκεκλημένοι από το μουσείο, εργάζονται επί τόπου κι αφήνουν τα δημιουργήματα τους εκεί, με πολλά από αυτά να ακολουθούν την λογική επαναχρησιμοποίησης ανακυκλώσιμων υλικών. Με αυτή την πρακτική εμπλουτίζεται ο χώρος με πολιτισμό, συμβάλλοντας ταυτόχρονα και στην προσπάθεια συνειδητοποίησης της ανάγκης προστασίας του περιβάλλοντος.

Αυτό το μοναδικό σχολείο-μουσείο, εκτός από πόλος έλξης για πολλούς επισκέπτες, έχει και την ιδιαιτερότητα να προσφέρει ταυτόχρονα στους, λιγοστούς πια, μαθητές του την εξαιρετική ευκαιρία και τύχη της καθημερινής τους επαφής, από νεαρή κι εύπλαστη ηλικία, με τέτοια ερεθίσματα. Ανοίγοντας τους έτσι νέους ορίζοντες.

Σε ολόκληρη την διαδρομή, από την διακλάδωση προς το χωριό, έχουν τοποθετηθεί, ελεύθερα, γλυπτά αυτής της παραγωγής. Δημιουργείται έτσι ένας ιδιαίτερος για την Ελλάδα χώρος, όπου η τέχνη συνομιλεί απ’ ευθείας, επί τόπου, με την φύση. Με γλυπτά που αλληλοσυμπληρώνονται ή αντιμάχονται με αυτή.

Αυτή η μπολιασμένη με τέχνη διαδρομή καταλήγει στην πανέμορφη πετρόκτιστη Ιερά Μονή Παναγίας Τσούκας Ιωαννίνων.

Η Μονή πρωτοκτίστηκε το 1190 σε αυτή την »τσούκα» (βλάχικος όρος για την βουνοκορφή) που δεσπόζει πάνω από την άγριας ομορφιάς χαράδρα του Άραχθου ποταμού. Κουβαλώντας ένα πλούσιο ιστορικό φορτίο, μετά από τις συνήθεις καταστροφές κι ανακατασκευές, διατηρείται σήμερα, με συνεχή φροντίδα, σε εξαιρετική κατάσταση.

Πιστεύω οτι η επίσκεψη σε αυτόν τον χώρο έχει να προσφέρει πολλά. Την απόλαυση του συνδυασμού φύσης, θρησκευτικότητας και τέχνης αλλά και την βαθύτερη γνωριμία με τα πολιτιστικά δρώμενα και επιδιώξεις της περιοχής.

Φώτης Λαμπρινός