[go: up one dir, main page]

τι; : συνέλευση θεματική : από :

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026 στις 18.00

Τριτη διασυλλογικη κινηματικη συναντηση για το φαινομενο αρας

ΚΑΛΕΣΜΑ ΣΕ ΤΡΙΤΗ, ΔΙΕΥΡΥΜΕΝΑ ΔΙΑΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΩΝ ΜΕΡΩΝ ΕΚΤΟΣ ΤΗΣ ΑΡΑΣ

ΠΕΜΠΤΗ 22/1 18:00 ΑΣΟΕΕ ΑΘΗΝΑ

Έπειτα από πρωτοβουλία της Πλατφόρμας Συνομοσπονδιακής Ένωσης, την Πέμπτη 18/12 και την Πέμπτη 8/1 πραγματοποιήθηκαν η πρώτη και η δεύτερη, διευρυμένα διασυλλογικές κινηματικές συναντήσεις στην ΑΣΟΕΕ σχετικά με τις 15 Νοέμβρη, το φαινόμενο ΑΡΑΣ και την επιτακτική ανάγκη προοπτικών λύσεων. Στις συναντήσεις συμμετείχαν δεκάδες άτομα από συλλογικότητες και φοιτητικά σχήματα του ελευθεριακού, α/α χώρου, πολιτικές οργανώσεις καθώς και ατομικότητες. Ανάμεσά τους βρίσκονταν και συλλογικά σώματα που δέχθηκαν την επίθεση της ΑΡΑΣ. Μέσω των διάφορων τοποθετήσεων, εκφράστηκε μια αρχική δέσμευση από μέρος των συμμετεχόντων για την απομόνωση της ΑΡΑΣ με πολιτικούς όρους και εκφράστηκε η κοινή ανάγκη για μια ένωση του κινήματος προς αντιμετώπιση τέτοιων απειλών προς το κίνημα, όπως με το ζήτημα της ΑΡΑΣ.

Για την συνέχιση του κινηματικού διαλόγου, καλούμε σε τρίτη, διευρυμένα διασυλλογική κινηματική συνάντηση όλων των κινηματικών μερών, εκτός της ΑΡ.Α.Σ., στην Αθήνα, την Πέμπτη 22/1/26 στις 18.00 μ.μ. στην ΑΣΟΕΕ. Παράλληλα απευθύνουμε εκ νέου κάλεσμα στη Θεσσαλονίκη και στην επαρχία για ανίστοιχες διαδικασίες, στα πλαίσια του ανοιχτού διαλόγου πάνω στα γεγονότα της 15ης Νοέμβρη, στο φαινόμενο ΑΡ.Α.Σ. και στην ανάγκη συγκρότησης πλαισίων κοινωνικής και κινηματικής ενότητας και συνύπαρξης, που θα συγκροτήσουν μια άλλη προοπτική απάντησης στα σύγχρονα αδιέξοδα των καιρών μας.


ΚΑΛΕΣΜΑ ΣΕ ΤΡΙΤΗ, ΔΙΕΥΡΥΜΕΝΑ ΔΙΑΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΩΝ ΜΕΡΩΝ ΕΚΤΟΣ ΤΗΣ ΑΡΑΣ ΠΕΜΠΤΗ 22/1 18:00 ΑΣΟΕΕ ΑΘΗΝΑ Έπειτα από πρωτοβουλία της Πλατφόρμας Συνομοσπονδιακής Ένωσης, την Πέμπτη 18/12 και την Πέμπτη 8/1 πραγματοποιήθηκαν η πρώτη και η δεύτερη, διευρυμένα διασυλλογικές κινηματικές συναντήσεις στην ΑΣΟΕΕ σχετικά με τις 15 Νοέμβρη, το φαινόμενο ΑΡΑΣ και την επιτακτική ανάγκη προοπτικών λύσεων. Στις συναντήσεις συμμετείχαν δεκάδες άτομα από συλλογικότητες και φοιτητικά σχήματα του ελευθεριακού, α/α χώρου, πολιτικές οργανώσεις καθώς και ατομικότητες. Ανάμεσά τους βρίσκονταν και συλλογικά σώματα που δέχθηκαν την επίθεση της ΑΡΑΣ. Μέσω των διάφορων τοποθετήσεων, εκφράστηκε μια αρχική δέσμευση από μέρος των συμμετεχόντων για την απομόνωση της ΑΡΑΣ με πολιτικούς όρους και εκφράστηκε η κοινή ανάγκη για μια ένωση του κινήματος προς αντιμετώπιση τέτοιων απειλών προς το κίνημα, όπως με το ζήτημα της ΑΡΑΣ.

Για την συνέχιση του κινηματικού διαλόγου, καλούμε σε τρίτη, διευρυμένα διασυλλογική κινηματική συνάντηση όλων των κινηματικών μερών, εκτός της ΑΡ.Α.Σ., στην Αθήνα, την Πέμπτη 22/1/26 στις 18.00 μ.μ. στην ΑΣΟΕΕ. Παράλληλα απευθύνουμε εκ νέου κάλεσμα στη Θεσσαλονίκη και στην επαρχία για ανίστοιχες διαδικασίες, στα πλαίσια του ανοιχτού διαλόγου πάνω στα γεγονότα της 15ης Νοέμβρη, στο φαινόμενο ΑΡ.Α.Σ. και στην ανάγκη συγκρότησης πλαισίων κοινωνικής και κινηματικής ενότητας και συνύπαρξης, που θα συγκροτήσουν μια άλλη προοπτική απάντησης στα σύγχρονα αδιέξοδα των καιρών μας.

Ακολουθεί η πολιτική τοποθέτηση της ΠΣΕ που συνοδεύει το κάλεσμα:

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΣΤΙΣ 15 ΝΟΕΜΒΡΗ, ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΑΡΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΑΚΤΙΚΗ ΑΝΑΓΚΗ ΠΡΟΟΠΤΙΚΩΝ ΛΥΣΕΩΝ Στις 15 Νοέμβρη, πρώτη ημέρα έναρξης των εκδηλώσεων του τριημέρου της 17ης Νοέμβρη, δύναμη κρούσης της οργάνωσης ΑΡ.Α.Σ. επιτέθηκε με πογκρόμ εναντίον μελών οργανώσεων, συλλογικοτήτων και ατόμων του αναρχικού-αντιεξουσιαστικού χώρου μέσα στον χώρο του Ε.Μ.Π.. Από την επίθεση μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο σύντροφοι και συντρόφισσες με πολλαπλούς και σοβαρούς τραυματισμούς.

Τη σειρά της ΑΡ.Α.Σ. πήρε η ΕΛ.ΑΣ. συλλαμβάνοντας και διώκοντας ποινικά τραυματίες που αποχωρούσαν από το νοσοκομείο, έχοντας στη διάθεση της τα στοιχεία τους που της παρέδωσε το ΕΚΑΒ.

Τη σειρά δε της Ε.Λ.Α.Σ. πήρε εν τέλει το Συμβούλιο Διοίκησης του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, το οποίο μετά την εισήγηση του πρύτανη Χατζηγεωργίου αποφάσισε την αναθεώρηση του τρόπου διεξαγωγής του εορτασμού της εξέγερσης του Πολυτεχνείου από το 2026 κι έπειτα.

Με βάση τα παραπάνω, στην αλληλένδετη αλληλουχία τους η οργάνωση της ΑΡ.Α.Σ. εκκινώντας από την επίθεση στο Ε.Μ.Π., αποτέλεσε την πέμπτη φάλαγγα του καθεστώτος, έμμεσο συνεργάτη του διωκτικού έργου της αστυνομικής και δικαστικής καταστολής, έμμεσο πριμοδότη των ήδη εφαρμοζόμενων πολιτικών απονέκρωσης, αστυνόμευσης και εν τέλει ξεπουλήματος του πανεπιστημιακού εδάφους στον έλεγχο της καθεστωτικής αστικής διαχείρισης και στο κεφάλαιο. Αποτέλεσε ταυτόχρονα νεκροθάφτη του ίδιου του αγωνιστικού εορτασμού της 17ης Νοέμβρη και την εδαφικοποίησή του στον χώρο που τον γέννησε, το Ε.Μ.Π., και τον καλύτερο οικοδεσπότη της επίσκεψης Ζελένσκι στην Αθήνα.

Αναγνωρίζοντας στην ΑΡ.ΑΣ. τον φραξιονιστικό και αντικινηματικό χαρακτήρα της δράσης της στις 15/11, καθώς και τα έμμεσα και άμεσα αποτελέσματά της, δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να την κατατάξουμε ως μια αντιδραστική δύναμη εντός των κινημάτων, με επικίνδυνο και καταστροφικό ρόλο για την οποιαδήποτε προοπική εξέλιξή τους σε μια συντονισμένη ανατρεπτική και απελευθερωτική κατεύθυνση.

Υπό αυτή την έννοια τροφοδοτεί την καθεστωτική επέλαση, ως λάδι στη μηχανή της. Οξύνει την κινηματική πολυδιάσπαση και εσωστρέφεια σε μια κρίσιμη και οριακή κοινωνικοπολιτική κατάσταση σε επίπεδο καταστολής και εγκατάστασης ενός καθεστώτος κοινοβουλευτικής δικτατορίας και ακραίας κοινωνικο-οικονομικής εκμετάλλευσης.

Απολογίζουμε δε το απαντητικό της κείμενο - ανάληψη ευθύνης ως συνειδητή πολιτική καταστατική και ιδεολογικά εφορμόμενη επιλογή. Ως ανάληψη ευθύνης μιας επίθεσης εναντίον του νεολαιίστικου και φοιτητικού κινήματος, των αναρχικών και ευρύτερα ριζοσπαστικών δυνάμεων κι εναντίον της αγωνιστικής ιστορίας των ακηδεμόνευτων λαϊκών και κοινωνικών αγώνων της μεταπολίτευσης γύρω από την επέτειο του Πολυτεχνείου. Επίσης, ως ομολογία της αυτόκλητης αναγόρευσής της σε αστυνομική δύναμη εντός των κινημάτων και με έμμεσο κάλεσμα αποδοχής της από αυτά.

Να σημειωθεί ότι με βάση στοιχεία που έχουν ήδη διακινηθεί τίθονται ήδη ερωτήματα για την αναβαθμισμένη σχέση ηγετικών στελεχών της με πολυεθνικές εταιρείες που διατηρούν οικονομικές συνεργασίες εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ με κρατικούς φορείς καθώς και με Πανεπιστημιακά Ιδρύματα όπως το Ε.Μ.Π.. Χωρίς να μπούμε σε σεναριολογίες, η οργάνωσης της ΑΡ.Α.Σ. έχει άμεση ευθύνη να απαντήσει στα ερωτήματα αυτά.

Τα γεγονότα της 15ης Νοέμβρη δεν δύναται να αποσιωπηθούν ή να παραβλεφθούν όταν μια πολιτική δύναμη επιχειρεί να επιβληθεί μέσω της βίας πάνω στο φοιτητικό κίνημα και τις υπόλοιπες κινηματικές δυνάμεις. Ανησυχούμε επιπλέον ότι η σύγκρουση αυτή όχι μόνο δεν θα περιοριστεί μετά τα γεγονότα του τριημέρου της 17 Νοέμβρη, αλλά αντίθετα οι απολήξεις της ήδη εντείνονται και διαχέονται οριζόντια με διαλυτικές και απρόβλεπτες πολυεπίπεδα διαστάσεις.

Ως Πλατφόρμα Συνομοσπονδιακής Ένωσης προωθούμε την ανάγκη ανασυγκρότησης ενός κινήματος που θα τροφοδοτήσει με προοπτική και ενότητα την κοινωνική βάση, τα κινήματα και τους αγώνες τους, χτίζοντας αναχώματα και μέτωπα αντεπίθεσης των "από τα κάτω" απέναντι στη δυστοπία που επελαύνει.

Κάτω από αυτό το πρίσμα καλούμε δεύτερη, διευρυμένα διασυλλογική κινηματική συνάντηση όλων των κινηματικών μερών, εκτός της ΑΡ.Α.Σ., στην Αθήνα, την Πέμπτη 8/1/26 στις 6.00μ.μ. στην ΑΣΟΕΕ. Παράλληλα απευθύνουμε εκ νέου κάλεσμα στη Θεσσαλονίκη και επαρχία για ανίστοιχες διαδικασίες, στα πλαίσια του ανοιχτού διαλόγου πάνω στα γεγονότα της 15ης Νοέμβρη, στο φαινόμενο ΑΡ.Α.Σ. και στην ανάγκη συγκρότησης πλαισίων κοινωνικής και κινηματικής ενότητας και συνύπαρξης, που θα συγκροτήσουν μια άλλη προοπτική απάντησης στα σύγχρονα αδιέξοδα των καιρών μας.

Ειδικότερα, εκκινώντας από αυτή την συνάντηση, θέτουμε προς διάλογο τον παρακάτω άξονα προτάσεων:

1. Τον γενικό αποκλεισμό της ΑΡ.Α.Σ. μέχρι την καθαίρεση των υπεύθυνων ηγετικών στελεχών της επιχείρησης της 15ης Νοέμβρη και τη δέσμευση παύσης κάθε απόπειρας ηγεμονίας και βίαιης επιβολής της εντός της πανεπιστημιακής κοινότητας.

2. Την άμεση ανακωχή μεταξύ των κινηματικών δυνάμεων, την παύση της ενδοκινηματικής αντιπαράθεσης με όρους "ειδικού πολέμου" και το άμεσο προχώρημα σε μια συνθήκη γενικής κινηματικής ειρήνευσης εντός των πανεπιστημίων.

3. Την παύση της μαύρης προπαγάνδας μεταξύ των κινηματικών δυνάμεων και την κοινή δέσμευση για τη δυνατότητα ελεύθερης πολιτικής δραστηριοποίησης όλων αυτών, ανεξαιρέτως. Η οποιαδήποτε αντιπαράθεση μπορεί να νοηθεί μόνο με όρους πολιτικής διαπάλης, χωρίς βία και επιβολή.

4. Την επίλυση των όποιων ενδοκινηματικών αντιπαραθέσεων μέσα από διασυλλογικά συμβούλια, με την παράλληλη συμμετοχή κοινά αποδεκτών διαμεσολαβητικών επιτροπών.

Σχετικά με τη γενικότερη κατάσταση Η σύγκρουση της ΑΡ.Α.Σ. εντός του κινηματικού πεδίου και ιδιαίτερα στον χώρο των πανεπιστημίων δεν στοχεύει απλά στον αναρχικό χώρο, ούτε περιορίζεται σε αυτόν. Είναι μια σύγκρουση που επεκτείνεται και στοχεύει κατά περίπτωση σε όλες τις υπόλοιπες δυνάμεις εντός του φοιτητικού κινήματος. Το γεγονός αυτό δεν αναιρεί τη στόχευσή της προς κομμάτια του αναρχικού χώρου, αλλά τη συμπληρώνει και τη συνολικοποιεί. Κατά περίπτωση η ΑΡ.Α.Σ. επιτίθεται σε κάθε κινηματική δύναμη που ενυπάρχει εντός του πεδίου. Ακριβώς γιατί κάθε δύναμη που επιχειρεί να ηγεμονεύσει δεν διακρίνει τις υπόλοιπες ανταγωνιστικές, εκ των πραγμάτων για την ίδια, δυνάμεις σε εχθρικές και μη. Αντίθετα, αποτελούν όλες τους εν δυνάμει εχθρούς, όταν αμφισβητούν την ηγεμονική της θέση ή δεν υποτάσσονται σε αυτήν ή ακόμη και όταν δημιουργούν ισχύ εντός του ανταγωνιστικού πεδίου, όπως δηλαδή η ίδια αντιλαμβάνεται τα κινήματα και τους κοινωνικούς-ταξικούς-πολιτικούς αγώνες.

Η σύγκρουση της ΑΡ.Α.Σ. με το μεγαλύτερο μέρος του οργανωμένου κινήματος δεν αποτελεί νέο γεγονός. Μετράει χρόνια, όπως πολύ περισσότερα χρόνια μετράει η κουλτούρα και η πολιτική του ηγεμονισμού μέσα στο ριζοσπαστικό κίνημα, συνέπεια της οποίας, πέραν άλλων, αποτελεί η βία μεταξύ των μερών της. Μια κουλτούρα απότοκο ιδεολογικών θέσεων και αναφορών που προέρχονται από τα σπλάχνα του κυρίαρχου πολιτισμού της εξουσίας και είναι βαθιά ριζωμένη μέσα στα κινήματα. Δεν έχει νόημα καμιά πολιτική τοποθέτηση επί του θέματος με όρους εξελικτικής προοπτικής, αν τα γεγονότα της 15/11/2025 και το φαινόμενο ΑΡ.Α.Σ. δεν ενταχθούν μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Το γεγονός ότι η ΑΡ.Α.Σ. αποτελεί αυτή τη στιγμή μια από τις χειρότερες εκφάνσεις του χώρου της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και γενικότερα των κινημάτων, σε τίποτα δεν αναιρεί το συνολικότερο πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτή πραγματώνεται ως κομμάτι της.

Η δυνατότητά της ΑΡ.Α.Σ. να βιαιοπραγεί και να επιβάλλεται απέναντι σε άλλες πολιτικές δυνάμεις, τόσο εντός του αναρχικού όσο και του αριστερού χώρου, αποτελεί επίσης παράγωγο του γενικότερου κατακερματισμού των κινηματικών δυνάμεων και του περιβάλλοντος ανταγωνισμού συνολικά στις σχέσεις τους, τόσο μεταξύ των διαφόρων τάσεων, όσο και εντός των ίδιων. Ένα περιβάλλον ανταγωνισμού και συνεπαγόμενης πολυδιάσπασης, που έχει οδηγήσει στην προώθηση των πιο συγκεντρωτικών και σεχταριστικών τάσεων και πολιτικής κουλτούρας. Σε ένα παιχνίδι όλοι εναντίον όλων, όπου υπερισχύει ο πιο βίαιος, ο πιο ανήθικος, ο πιο εξουσιαστικός και εν τέλει ο πιο ισχυρός.

Με λίγα λόγια δεν είναι απλά η ΑΡ.Α.Σ. ισχυρή, αλλά και όλοι οι υπόλοιποι αδύναμοι. Και αυτό ακριβώς αποτελεί η ΑΡ.Α.Σ. ιδιαίτερα μέσα στον χώρο των ριζοσπαστικών κινημάτων εντός των πανεπιστημιακών χώρων. Μια ισχυρή μειοψηφία εντός ενός πεδίου πολυδιάσπασης και κατακερματισμού. Και όπως κάθε ισχυρή μειοψηφία, μπορεί να υπερισχύει και να επιβάλλεται απέναντι σε κάθε ισχνή πλειοψηφία.

Υπό αυτή την έννοια, μέρος της δύναμής της ΑΡ.Α.Σ. προέρχεται από την άρνηση όλων των υπολοίπων δυνάμεων να συγκλίνουν για την αντιμετώπιση της καθεστωτικής και καπιταλιστικής επέλασης στον χώρο της παιδείας και επιπρόσθετα από την άρνησή τους να συγκλίνουν απέναντι στην βίαιη επιβολή της. Είναι δε φυσικό ότι για να συγκλίνουν, έστω και τακτικά, οι τόσες διαφορετικότητες μεταξύ τους απέναντι στα παραπάνω, είναι ανάγκη να προχωρήσουν σε μια κοινή κατεύθυνση πάνω στο ζήτημα ή τουλάχιστον να αποδεχθούν να προχωρήσουν σε έναν μεταξύ τους διάλογο διασυλλογικά.

Η ΑΡ.Α.Σ. γεννήθηκε και δυνάμωσε μέσα σε ένα τέτοιο ευρύτερο περιβάλλον σύγκρουσης για την ηγεμονία μέσα στο πανεπιστημιακό κίνημα, αλλά και ευρύτερα στο κοινωνικό-ταξικό-πολιτικό, με πρώτο διδάξαν το ΚΚΕ, αποτελώντας εν πολλοίς μια καρικατούρα του. Όπως επίσης είναι σημαντικό να τονιστεί ότι "ανδρώθηκε" μέσα από τη σύγκρουσή της με τον αναρχικό χώρο στα πανεπιστήμια, καθώς και με τις υπόλοιπες αριστερές δυνάμεις σε μια εποχή διαφορετικών συσχετισμών.

ΠΙΟ ΕΙΔΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΤΗΣ ΑΡ.Α.Σ. ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΑΡΧΙΚΟ ΧΩΡΟ Η σύγκρουση της ΑΡ.Α.Σ. με τον αναρχικό χώρο, αλλά και ειδικών του τάσεων, αποτελεί μια σύγκρουση με ιστορία χρόνων, όσων και η οργανωτική της συγκρότηση στο ιστορικό της βάθος. Εκφράζεται ως συνέχεια της πολιτικοϊδεολογικής, αλλά και με όρους φυσικής βίας, εκατέρωθεν αντιπαράθεσης αναμεταξύ των αριστερών δυνάμεων με πρωτοστάτη το Κ.Κ.Ε. και απέναντι στον αναρχικό χώρο, καθόλη την περίοδο της μεταπολίτευσης.

Η περίοδος των δύο τελευταίων τουλάχιστον δεκαετιών, αλλάζει χαρακτήρα μετά την υποχώρηση των αριστερών δυνάμεων σε μαζικότητα και κοινωνικό βάθος, λόγω της πτώσης του σοβιετικού μπλοκ και της πολυδιάσπασης στο εσωτερικό τους, αλλά και με το κοινωνικό βάθεμα, τη μαζικοποίηση και την οργανωτική αναβάθμιση του αναρχικού χώρου, αλλάζοντας τους μέχρι τότε συσχετισμούς. Αν, όμως, στις δύο πρώτες δεκαετίες της μεταπολίτευσης ένα μεγάλο μέρος της εχθρότητας και της επιθετικότητας του αναρχικού χώρου πήγαζε από την ηγεμονία της αριστεράς και της σε μεγάλο βαθμό βίαιης αντιμετώπισής του από το μεγαλύτερο τμήμα της, στις δύο τελευταίες αποτελεί, σε ένα επίσης βαθμό, αναπαραγωγή με όρους πολεμικής μιας αντιπαράθεσης με ιστορικό βάθος, αλλά και τάσεων βίαιης επιβολής και εντός κομματιών του ίδιου του αναρχικού χώρου.

Εν κατακλείδι, αν και ο αναρχικός χώρος, δεν έχει αποφύγει την αναπαραγωγή αυτής της κουλτούρας, η οποία τρέφεται και από τη σεχταριστική και αντικομμουνιστική ιδεολογική βάση εντός κομματιών του, ποτέ δεν συγκρότησε μια ενιαία γραμμή επίθεσης συνολικά στην αριστερά και πολιτικής ηγεμόνευσης με τη βία στους πανεπιστημιακούς χώρους και το κίνημα. Σε καμιά περίπτωση επίσης δεν μπορεί να παραγνωριστεί η τεράστια διαφορά ειδικής και συλλογικής ευθύνης μεταξύ ατόμων και άτυπων ομαδοποιήσεων από τη μια και συμπαγών οργανωτικών δομών από την άλλη.

Επομένως η σύγκρουση του αναρχικού χώρου με την ΑΡ.Α.Σ. αποτελεί κατά πρώτο λόγο ευθύνη της ίδιας, της εν γένει προσπάθειας επιβολής και ηγεμόνευσης των δυνάμεών της στους πανεπιστημιακούς χώρους και τη σεχταριστική πολιτικο-στρατιωτική δομή και κουλτούρα της.

Στα πλαίσια του πολιτικού διαλόγου και ανάλυσης, αλλά ακόμη περισσότερο αν επιθυμούμε να βρίσκουμε προοπτικές επίλυσης πάγιων ζητημάτων, οφείλουμε να είμαστε ειλικρινείς και αντικειμενικοί/ες, όχι μόνο στην καταγραφή της ιστορίας αλλά και στη συγκρότηση επαναστατικής κατεύθυνσης.

Για μια σφαιρική και ολιστική, λοιπόν, οπτική πάνω στο ζήτημα είναι ανάγκη να τονιστεί ότι πάνω στο πεδίο αυτής της σύγκρουσης, τα σημαίνοντα αλλά και τα σημαινόμενά του, ο αναρχικός χώρος δεν αντιμετώπισε ποτέ το ζήτημα διασυλλογικά και βαθιά πολιτικά. Επίσης δεν προχώρησε σε μία διασυλλογική προσπάθεια συγκρότησης ενός ενιαίου μετώπου απέναντι στις προσπάθειες ηγεμόνευσης της ΑΡ.Α.Σ. στους πανεπιστημιακούς χώρους, είτε μόνος είτε μαζί με πολλά άλλα κινηματικά μέρη, τα οποία υφίστανται και αυτά τη βίαιη προσπάθεια ηγεμόνευσης εκ μέρους της. Έτσι το πρόβλημα, παρά την ανά καιρούς υποχώρησή του, συνέχισε να επιστρέφει με χειρότερους όρους σε κάθε νέα του αναζωπύρωση, δεδομένων των συνθηκών.

Επίσης, πέραν όσων κομματιών του αναρχικού χώρου δεν έχουν επιλέξει να αποτελέσουν ενεργό κομμάτι αυτής της σύγκρουσης, τόσο η ΑΡ.Α.Σ. όσο και κομμάτια του αναρχικού χώρου που ενεπλάκησαν ενεργά στις αντιπαραθέσεις δεν έδειξαν καμιά διάθεση για την οποιαδήποτε επίλυση του θέματος με πολιτικούς όρους. Η φετιχιστική και ιδεολογικά εμμονική σχέση με τη βία και την ενδοκινηματική βία ειδικότερα, αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί εμπόδιο σε οποιαδήποτε προοπτική εξέλιξη.

Παρά τις δηλώσεις και επισταμένες προσπάθειες διαφόρων μερών για μια πολιτική λύση που ξεπερνά τη σύγκρουση με την ΑΡ.Α.Σ. και θέτει τα θεμέλια για μια προοπτική συνύπαρξης των διαφόρων τάσεων του ριζοσπαστικού κινήματος εντός των πανεπιστημίων, οι μητροπολιτικές δυνάμεις του κινήματος επέλεξαν μια άλλη γραμμή. Αυτή της τροφοδότησης της σύγκρουσης από τη μια και των επιμέρους λύσεων ο καθένας για τον εαυτό του από την άλλη.

Λίγα λόγια για το ζήτημα της βίας μέσα στα κινήματα:

Η βία μέσα στα κινήματα δεν είναι ένα πρωτοφανές γεγονός. Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει. Δεν έχουμε κάποια ψευδαίσθηση για έναν κόσμο άγιο και αγγελικά πλασμένο. Η βία αποτελεί και θα συνεχίσει να το κάνει, έναν παράγοντα που υπάρχει ως συστατικό μέρος της φυσικής ροής των πραγμάτων. Κατά τον ίδιο τρόπο δεν αρνούμαστε ότι μέρος της βίας εντός των κινημάτων ενέχει χαρακτηριστικά και ταξικής διαπάλης. Από αυτό όμως το γεγονός, μέχρι τη φυσικοποίηση και άρα νομιμοποίηση και κανονικοποίηση της βίας εντός των ανθρώπινων κοινωνιών και ακόμη περισσότερο των επαναστατικών-ριζοσπαστικών κινημάτων, προϋποτίθεται ένα λογικό άλμα. Αυτό της αποδοχής και κανονικοποίησης ενός καθεστώτος βίας κι επιβολής πάνω στο οποίο είναι χτισμένο το ίδιο το σύστημα των κρατών, του καπιταλισμού, της πατριαρχίας και εν γένει της εξουσίας ανθρώπου πάνω σε άνθρωπο και πάνω στη φύση γενικότερα.

Ακόμη περισσότερο, η φυσικοποίηση και κανονικοποίηση της φυσικής βίας εντός των κινημάτων μας αποτελεί ένα καρκίνωμα που δυναμιτίζει εκ θεμελίων κάθε προοπτική συγκρότησης της οποιασδήποτε επαναστατικής και απελευθερωτικής προοπτικής από τα δεσμά και την τυραννία του ίδιου του κρατικοκαπιταλιστικού και πατριαρχικού συστήματος καταπίεσης, μεταφράζοντας την υγιή και φυσική πολιτική διαπάλη εντός τους, με όρους χυδαίου Δαρβινισμού και νόμου της "ζούγκλας" -αν και η ζούγκλα αποτελεί ένα κατεξοχήν έδαφος και μια συνθήκη αρμονικής συνύπαρξης, ως ένα ενιαίο οικοσύστημα, παρά την εγγενή βία που ενυπάρχει εντός της. Αποτελεί εν τέλει τον ίδιο τον πολιτισμό της κυριαρχίας στο σύνολο του, ο οποίος αφού με στομφώδεις διακηρύξεις και συνθηματολογία έχει βγει από την πόρτα, εισβάλλει ακόμη ισχυρότερος από τα ορθάνοιχτα παράθυρα.

Θέλουμε να είμαστε σαφείς και άμεσοι. Η μόνη κατάσταση βίας την οποία αποδεχόμαστε εντός των κινημάτων είναι αυτή της ηθικά και πολιτικά "νόμιμης" αυτοάμυνας. Η συνθήκη αυτή αυτοάμυνας, για να είναι ικανή να υπερασπιστεί το ηθικοπολιτικό της αυτό πλεονέκτημα, που τη νομιμοποιεί εντός των ίδιων των κοινωνιών και των κινημάτων, δεν μπορεί να σταθεί σε μια δική της απόπειρα ηγεμόνευσης, αλλά μόνο αν χτίζει μέσα από το πρόταγμα και την πρακτική της μια νέα συνθήκη συνύπαρξης και αλληλοαποδοχής εντός του πεδίου.

Θα μπορούσε να γίνει μια τεράστια κουβέντα σχετικά με τις ιστορικές ρίζες αυτής της σύγκρουσης σε ιδεολογικό και ιστορικό πλαίσιο, οι οποίες τουλάχιστον κατά τη ύστερη νεοτερικότητα επεκτείνονται στην 1η Διεθνή και στη σύγκρουση Μαρξ-Μπακούνιν, τη ρωσική επανάσταση και τον ισπανικό εμφύλιο, αν θέλαμε να δώσουμε μερικά μείζονα ιστορικά παραδείγματα. Στην ίδια ιστορική γραμμή εντάσσεται και το ελλαδικό κίνημα τόσο στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, όσο και στην περίοδο της μεταπολίτευσης και ιδιαίτερα του πρώτου μισού της, με την εσωτερική καταστολή την οποία δέχτηκαν οι πρώτες ομαδοποιήσεις αναρχικών κυρίως από το ΚΚΕ, αλλά και ευρύτερα από τον χώρο της εξωκοινοβουλετικής αριστεράς.

Είναι επίσης αλήθεια ότι ο αναρχικός χώρος, μέσα στους δύο τελευταίους αιώνες που έχουν σχηματοποιηθεί οι επαναστατικοί πολιτικοί πόλοι της νεοτερικότητας, έχει υπάρξει θύμα αυτής της κουλτούρας και της ιδεολογικο-πολιτικής στρατηγικής της ηγεμονίας.

Η ιστορικότητα αυτή που έχει πάρει σε ένα μεγάλο βαθμό, ιδιαίτερα στους νεολαιΐστικους κύκλους χαρακτηριστικά βεντέτας, έχει ταυτόχρονα λειανθεί μέσα στα χρόνια και ιδιαίτερα τις δύο τελευταίες δεκαετίες και κατά βάση όσον αφορά τις σχέσεις του αναρχικού χώρου και της εξωκοινοβουλευτικής-κομμουνιστικής αριστεράς. Όχι μόνο στη μητρόπολη όπου τα δύο αυτά επαναστατικά-πολιτικά ρεύματα συνυπάρχουν σε επίπεδο αγώνων βάσης σε γειτονιές, σωματεία, πανεπιστήμια, οικολογικούς αγώνες κ.α. -όχι βέβαια χωρίς προβλήματα και εκατέρωθεν αντιπαραθέσεις- αλλά κυρίως στην επαρχία όπου οι υλικές ανάγκες έχουν αναγκάσει ακόμη ευρύτερες συγκλίσεις με σημαντικά αποτελέσματα, παρά τις διαφοροποιήσεις και τις τριβές.

Ταυτόχρονα, η σύγκρουση αυτή σε υλικό επίπεδο, ιδιαίτερα μετά την αυτοαπομόνωση των δυνάμεων του ΚΚΕ από το υπόλοιπο κίνημα, έχει λειανθεί ακόμη περισσότερο, γεγονός που έχει οδηγήσει σε μια σχετική ισορροπία ισχύος, που δεν ευνοεί ένα πεδίο οξυμένων αντιπαραθέσεων.

Περί του ζητήματος της ενότητας:

Μέσα στα κινήματα το ζήτημα της ενότητας είναι ένα πρόταγμα που επανέρχεται διαρκώς, ως αναπόφευκτη αναγκαιότητα. Όλοι μιλάμε και προτάσσουμε την ενότητα. Τι εννοούμε όμως με τον όρο και το πρόταγμα αυτό και γιατί τελικά μοιάζει τόσο δύσκολο έως αδύνατο αυτή να επιτευχθεί;

Αντιλαμβανόμαστε ότι σε μεγάλο βαθμό η επίκληση της ενότητας συνοδεύεται από την άρρητη πολλές φορές και ασυνείδητη ίσως αντίληψη της ενότητας όλων των υπολοίπων κάτω από την ομπρέλα αυτών που την επικαλούνται και την προτάσσουν. Είμαστε δυστυχώς και ευτυχώς παιδιά του δυτικού πολιτισμού, του διαφωτισμού και της ορθολογιστικής και θετικιστικής σκέψης, μαζί με τις αδυναμίες που αυτά φέρουν, πέρα από τα θετικά τους στοιχεία. Η αντίληψη αυτή, η οποία δεν προσδιορίζει σχεδόν ποτέ διαλεκτικά, αλλά συνήθως αφαιρετικά, το υποκείμενο αναφοράς της, δεν ξεκαθαρίζει το εύρος αυτού του συλλογικού "εμείς" που καλεί σε ενότητα, τις μεθόδους και κυρίως την πολυσυλεκτική και αντιφατική πολλές φορές φύση του. Εμείς οι κοινωνίες, εμείς τα κινήματα, εμείς ως ιδεολογικό ρεύμα, εμείς ως τάση ενός ιδεολογικού ρεύματος, εμείς ως ομάδα-οργάνωση;

Ακόμη περισσότερο, η επίκληση αυτή δεν προτάσσει ξεκάθαρα την ενότητα όλων αυτών που είμαστε διαφορετικοί/ες μεταξύ μας με όρους αλληλοαποδοχής και συνύπαρξης, αλλά τη συμφωνία όλων των υπολοίπων στις δικές μας ιδεολογικοπολιτικές αναφορές και τη δική μας στρατηγική. Σίγουρα δεν τίθεται καμιά μομφή στο κάλεσμα άλλων σε ενότητα κάτω από τα δικά μας πλαίσια, τα οποία λογικότατα θεωρούμε πιο σωστά. Αλλά αυτό δεν είναι που αντιλαμβάνονται και ζητούν και όλοι οι υπόλοιποι; Είναι πολύ λογικό λοιπόν, ότι υπό αυτές τις προϋποθέσεις όχι μόνο ενότητα δεν επιτυγχάνεται, αλλά ακόμη και ο όρος ενότητα δεν τίθεται με ανοιχτούς και ρεαλιστικούς, άρα πραγματοποιήσιμους όρους.

Από την πλευρά μας, προσπαθώντας να γίνουμε όσο πιο σαφείς, με τον όρο ενότητα δεν αναφερόμαστε στη συγκρότηση μιας και μοναδικής μονολιθικής οργάνωσης, όπου θα συμπτυχθούν όλες οι οργανώσεις με διαφορετικές ιδεολογικοπολιτικές αναφορές, ατζέντες και στρατηγικές. Με τον όρο ενότητα, αφενός προωθούμε μια πολιτική κουλτούρα και μια οργανωτική πρόταση ενότητας στη δράση των κοινωνικών, ταξικών, οικολογικών και πολιτικών δυνάμεων απέναντι στον κοινό εχθρό και αφετέρου τη συνύπαρξή τους με όρους ειρηνικής και συντροφικής αλληλοαποδοχής και ταυτόχρονα υγιούς και συντροφικής πολιτικής διαπάλης. Αναφερόμαστε δηλαδή πρώτα και κύρια σε ένα άλλο κοινωνικό-πολιτικό φαντασιακό.

Στη βάση αυτή προτάσουμε και στηρίζουμε την αυτονομία του κάθε ειδικού μέρους και τη συνομοσπονδιακή συνοργάνωσή τους, έστω και σε ένα μίνιμουμ τακτικό επίπεδο, προς μια απελευθερωτική κατεύθυνση.

Υπό αυτή την έννοια και με αφορμή τα παραπάνω τίθεται το σύγχρονο και καίριο ερώτημα ποια είναι η πολιτική στρατηγική ευρύτερα των κινημάτων και των πολιτικών μερών τους σε πολιτικό, οργανωτικό και φαντασιακό επίπεδο, πέραν των απώτερων έμμεσων στόχων, πέραν δηλαδή της κατάργησης ή καταστροφής ή ανατροπής του κράτους και του καπιταλισμού από την πλευρά των αναρχικών και του αστικού κράτους και του καπιταλισμού από την πλευρά των κομμουνιστών. Και αναφερόμαστε σε έμμεσους στόχους γιατί ο άμεσος είναι η κοινωνική και ταξική απελευθέρωση.

Αν στόχος δεν είναι η δική μας ηγεμονία επί των άλλων, δηλαδή εν τέλει και νομοτελειακά επί της κοινωνίας, κάτι το οποίο προϋποθέτει την εξόντωση όλων των υπολοίπων, τι προτιθέμεθα να κάνουμε με αυτούς τους υπόλοιπους;

Με βάση όλα τα παραπάνω προκύπτει το εύλογο ερώτημα το οποίο αναζητά εναγωνίως απάντηση: Πώς μπορούμε οι διάφορες δυνάμεις, διαφορετικές μεταξύ μας και πολλές φορές ίσως και με αντιπαρατιθέμενες ή ανταγωνιστικές ατζέντες και σχεδιασμούς να συνυπάρξουμε; Γιατί αν δεν μπορέσουμε να συνυπάρξουμε, νομοτελειακά θα παραμείνουμε κάτω από την μπότα της κρατικο-καπιταλιστικής κυριαρχίας. Το ερώτημα αυτό δεν αποτελεί μια υπόθεση εργασίας. Οι κοινωνίες και τα κινήματα, οι καταπιεσμένοι/ες και οι "από τα κάτω" εν συνόλω δηλαδή, αποτελούμε έτσι ή αλλιώς ένα πολυποίκιλο δυναμικό μωσαϊκό, που συνίσταται σε αναρίθμητα διαφορετικά μέρη ταυτοτήτων, ιδεολογικών αναφορών, τάσεων, υποτάσεων, οργανώσεων και συλλογικοποιήσεων.

Ποιά προοπτική έχουμε αν δεν ξαναχτίσουμε γέφυρες απέναντι στον άμεσο κοινό εχθρό, πάνω σε μια κουλτούρα συνύπαρξης, αλληλοαποδοχής, συνεργασίας, βαθιάς όσο η ίδια η ανθρωπότητα στα βάθη της ύπαρξής της και ξένη όσο ο πολιτισμός της εξουσίας, της πατριαρχίας, του κράτους και του αστικού πολιτισμού; Δε θα συνεχίσουμε να αυτοεπιβεβαιώνουμε την κυρίαρχη αφηγηματική νόρμα, του "όλοι εναντίων όλων", όπου η κυριαρχία της κρατικοκαπιταλιστικής διαμεσολάβησης αποτελεί την καλύτερη δυνατή επιλογή, μέσα σε έναν κόσμο που δεν μπορεί να αυτοθεσμισθεί και να συνυπάρξει; Δηλαδή μια μη εναλακτική; Η άρνηση λοιπόν της δυνατότητας των διαφορετικών να συνυπάρξουμε και να συναγωνιστούμε απέναντι στον διακυρηγμένα κοινό εχθρό δεν συναινεί με την επιβεβαίωση αυτής ακριβώς της χομπσιανής νόρμας, την οποία επιχειρούμε να αρνηθούμε;

Για το αναρχικό κίνημα στο σύνολό του όμως το ίδιο ερώτημα τίθεται ακόμη πιο επιτακτικά παραλλαγμένο: Πώς όλες οι διαφορετικές δυνάμεις της κοινωνίας προεπαναστατικά ή μετεπαναστατικά θα καταφέρουν να συνυπάρξουν πέραν του μοντέλου της πολιτικής δικτατορίας πάνω σε όλες τις άλλες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις; Τι τελικά έχουμε διδαχθεί από τις αδυναμίες, τις αντιφάσεις και τις αποτυχίες των παραδειγμάτων του παρελθόντος, πέρα από τον αφορισμό τους;

Είναι καθήκον μας λοιπόν να ξεκαθαρίσουμε αυτό το ζήτημα. Τι θα κάνουμε με όλους τους υπόλοιπους; Πώς αντιλαμβανόμαστε τη συνύπαρξη ή τη συνεργασία μας με όλους τους άλλους; Απορρίπτουμε πραγματικά τη στρατηγική και το φαντασιακό της πολιτικής δικτατορίας που φέρει πάνω της τον ίδιο τον πολιτισμό της εξουσίας;

Για να απαντηθεί το παραπάνω ερώτημα πέρα από θεωρητικο-ιδεολογικές διακυρήξεις και αφαιρετικά επαναστατικά προτάγματα, είναι ανάγκη να τεθούν άμεσα ερωτήματα. Πώς μπορούν να αμβλυνθούν οι συγκρούσεις και οι προβληματικές σχέσεις ενδοκινηματικά, προς ώφελος των κοινωνιών; Πώς δηλαδή σε ένα άλλο επίπεδο μπορούμε να βρεθούμε με όρους ενότητας τα κινήματα και οι τάσεις με τόσα που μας χωρίζουν, παρά εστιάζοντας στα πολύ περισσότερα που μας ενώνουν;

Η ενότητα αυτή, αλλού πιο συμπαγής και αλλού πιο αχνή, υπάρχει ήδη στη βάση της κοινωνίας και των κινημάτων παρά τις αντιπαραθέσεις, τις διαφορές, τις πρόσκαιρες ενώσεις και τα επίσης πρόσκαιρα χωρίσματα. Υπάρχει στις γειτονιές, στους χώρους εργασίας, υπάρχει στα διεθνιστικά κινήματα, υπάρχει στην επαρχία. Υπάρχει τόσο όσο μπορεί, αλλά υπάρχει.

Στη βάση όλων των παραπάνω τα γεγονότα με την ΑΡ.Α.Σ., πέραν των προβληματικών, αποτελούν ταυτόχρονα μια ευκαιρία. Και η ευκαιρία αυτή τίθεται σε όλους σήμερα.

ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΡΟΟΠΤΙΚΟ ΠΡΟΧΩΡΗΜΑ Το φαινόμενο ΑΡ.Α.Σ. και η προσπάθεια της βίαιης ηγεμόνευσής του πάνω στους φοιτητικούς αγώνες και στην πανεπιστημιακή κοινότητα θα μπορούσε όντως με όρους συγκλίσεων και ενότητας να αντιμετωπιστεί εδώ και χρόνια. Χρειαζόταν όμως προϋποθέσεις, που για διάφορους λόγους, κάποιους από τους οποίους ήδη αναφέραμε, δεν υπήρξαν.

Αποτελεί πολιτική, ηθική αλλά κυρίως ευθύνη κοινωνικής, κινηματικής και συνολικά επαναστατικής προοπτικής -χωρίς το σβήσιμο του ιστορικού παρελθόντος και της εμπειρίας του, χωρίς το κρύψιμο κάτω από το χαλί- η επανανοηματοδότηση των συγκρούσεων αυτών σε σύγχρονα πλαίσια από τη μία και η ανατροφοδότηση του κοινωνικού και πολιτικού φαντασιακού με τη σύγχρονη θετική εμπειρία συνύπαρξης και σύμπραξης στα πεδία των κοινωνικών, ταξικών, διεθνιστικών και τοπικών αγώνων από την άλλη. Ακόμη περισσότερο όμως απαιτεί ειλικρινή και ανοιχτό διασυλλογικό και διακινηματικό διάλογο.

Για να γίνει αυτό χρειάζεται μια συνολικότερη αλλαγή κουλτούρας του παραδείγματός μας ως υποκείμενα του κοινωνικού, ταξικού και πολιτικού αγώνα. Όπως επίσης και πώς αντιλαμβανόμαστε τον διαφορετικό άλλο και την ιδεολογικο-πολιτική διαπάλη, όχι μόνο μέσα στα κινήματα, αλλά και στις κοινωνίες τις ίδιες.

Πλατφόρμα Συνομοσπονδιακής Ένωσης | 4/1/2026

Mail: platexforma-syexnenosis@exprotonmaexil.com

Twitter: @Platforma_CU

Instagram: @platforma.cu Αρχεία:

Πολιτική_τοποθέτηση_σχετικά_με_την_ΑΡΑΣ.pdf πηγή : https://athens.indymedia.org/post/1639276/