,
Μερικές προσωπικές αναμνήσεις για έναν πολιτικό που σημάδεψε την πολιτική σκηνή της χώρας του για δεκαετίες αλλά βέβαια και την ελληνική κρίση – RIP Wolfgang Schäuble. Αποσπάσματα από το βιβλίο μου «Game Over – Η Αλήθεια για την Κρίση»:
Βερολίνο, 15/12/2009
«Πρώτος σταθμός μου το Βερολίνο και το ομοσπονδιακό υπουργείο Οικονομικών, για μια συνάντηση με τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. […] Ο ισχυρότερος υπουργός της Ευρωζώνης είχε αναλάβει το πόστο του τον Οκτώβριο του 2009, μερικές εβδομάδες μετά από εμένα, και γρήγορα έγινε το κομβικό πρόσωπο στο Γιούρογκρουπ. Πεπεισμένος ευρωπαϊστής και επί μακρόν ισχυρός παίκτης στη γερμανική πολιτική σκηνή, ο λόγος του έχει ειδικό βάρος. Η καθήλωσή του σε αναπηρικό καροτσάκι μετά τη δολοφονική απόπειρα εναντίον του το 1990 κατά κανέναν τρόπο δεν έχει αμβλύνει τα πολιτικά του ένστικτα ή την ικανότητά του να κυριαρχεί στις εξελίξεις.
Από την αρχή, είχαμε μια σχέση εμπιστοσύνης, βασισμένη στην κοινή κατανόηση της δυσκολίας στην οποία βρισκόμασταν. Βέβαια, είχε προηγηθεί μια αμήχανη στιγμή στην πρώτη μας συνάντηση. «Είσαι πραγματικός υπουργός Οικονομικών;» με είχε ρωτήσει. Με το οποίο φυσικά εννοούσε αν είχα τα κότσια να πάρω δύσκολες αλλά αναγκαίες αποφάσεις, αγνοώντας τις σειρήνες του υπόλοιπου πολιτικού συστήματος, πηγαίνοντας κόντρα σε συναδέλφους μου στο Υπουργικό Συμβούλιο, ακόμα και στον ίδιο τον πρωθυπουργό. Ήδη δοκιμαζόμουν σε αυτό.
[…] Ο Σόιμπλε ήταν ιδιαίτερα επιφυλακτικός, αναφορικά με την ικανότητα της χώρας μας να αλλάξει, και συχνά ήταν εξαιρετικά δηκτικός στις παρατηρήσεις του. Όμως έδειχνε να εκτιμά τις προσπάθειες που κάναμε ως κυβέρνηση, αλλά και τον τρόπο που χειριζόμουν την κατάσταση εγώ προσωπικά. Οπότε, τη συγκεκριμένη ημέρα είχα την άνεση να του πω ευθέως: «Βόλφγκανγκ, πρέπει να προετοιμαζόμαστε για το πλάνο Β». Η απάντηση ήταν εξίσου ευθεία: «Γιώργο, δεν υπάρχει πλάνο Β. Οι αγορές θα ανταποκριθούν θετικά εάν δείξετε ότι μπορείτε να μειώσετε το έλλειμμα».
Φυσικά, ο συνομιλητής μου είχε ήδη σκεφτεί την αναγκαιότητα ενός εναλλακτικού σχεδίου, εάν η προσπάθεια να μειώσουμε το έλλειμμα δεν έπειθε τις αγορές. ∆εν ήταν όμως έτοιμος να συζητήσει μαζί μου ένα παρόμοιο ενδεχόμενο, παρότι είχε συνειδητοποιήσει ότι βαδίζαμε προς τα εκεί. Γνώριζε τι θα σήμαινε ένα εγχείρημα διάσωσης, καθώς και τη δυσκολία να πείσει τους Γερμανούς φορολογούμενους ή και την ίδια την καγκελάριο. Άρα, προς το παρόν, παρέμενε στην επίσημη γραμμή: Κάντε εσείς τη δουλειά σας, και όλα θα πάνε καλά.
∆υστυχώς, η νέα γερμανική κυβέρνηση υπό την Άγκελα Μέρκελ και με τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δεν ήταν διατεθειμένη να λειτουργήσει προληπτικά, όπως είχε κάνει μερικούς μήνες νωρίτερα η προηγούμενη κυβέρνηση με τη δήλωση του τότε υπουργού Οικονομικών Πέερ Στάινμπρουκ, ότι η Ευρωζώνη ήταν έτοιμη να παρέμβει, εάν ένα μέλος της αντιμετώπιζε πρόβλημα. Εάν το είχε κάνει, είναι πιθανόν πολλά πράγματα να είχαν εξελιχθεί διαφορετικά.»
Eurogroup, 15/2/2010
«Ήταν μια πολύ δύσκολη συζήτηση, με πολύ μαστίγιο και καθόλου καρότο, και η οποία έλαβε χώρα σε ένα περιβάλλον έκδηλης απογοήτευσης των αγορών για την έλλειψη συγκεκριμένων στοιχείων στην απόφαση της Συνόδου Κορυφής. Οι υπουργοί δεν ήταν σίγουροι πώς να χειριστούν την κατάσταση. Μια μικρή αίσθηση πανικού ήταν έκδηλη στην αίθουσα, καθώς οι υπουργοί διέβλεπαν πως η κατάσταση μπορούσε εύκολα να ξεφύγει τελείως. Κάποια στιγμή, ο Γιούνκερ έφτασε στο σημείο να θέσει το ερώτημα: «Γιατί συνθηκολογούμε απέναντι στις αγορές;».
Η Γερμανία πήρε πρώτη τον λόγο. Ο Σόιμπλε παραδέχτηκε τις προσπάθειές μας, λέγοντας μάλιστα: «∆εν θα ήθελα να ανταλλάξω τη θέση μου με αυτήν του Γιώργου», αλλά αρνήθηκε να πάει πέρα από τη «σοφή», όπως χαρακτηριστικά είπε, διατύπωση στην απόφαση των ηγετών. «Αρκεί να επαναλάβουμε αυτό που είπαν: αποφασιστική και συντονισμένη δράση. ∆εν υπάρχει λόγος να πούμε κάτι παραπάνω». Και πρόσθεσε: «Είναι ευθύνη της Ελλάδας να πείσει τις αγορές».»
Βερολίνο, 5/3/2010, συνάντηση με την Καγκελάριο Μέρκελ
«Η καγκελάριος συνοδευόταν από τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών και στενούς συνεργάτες της, μεταξύ των οποίων και τον Γιενς Βάιντμαν, που ανέλαβε αργότερα διοικητής της Γερμανικής Κεντρικής Τράπεζας. Έχοντας ξεμπερδέψει με τη συνέντευξη Τύπου, όλοι ανυπομονούσαμε να αρχίσει η ουσιαστική συζήτηση. Ήταν προφανές ότι η γερμανική πλευρά είχε σκεφτεί πολύ τα επόμενα βήματά της σχετικά με την Ελλά- δα· ήταν, όμως, εξίσου προφανές ότι δεν υπήρχε ενιαία άποψη στη γερμανική κυβέρνηση. Με πραγματικά εντυπωσιακή ειλικρίνεια, η καγκελάριος μας είπε αφοπλιστικά: «Ο Βόλφγκανγκ και εγώ δεν συμφωνούμε στο ζήτημα αυτό», αναφερόμενη στη συμμετοχή της Γερμανίας σε ένα χρηματοδοτικό πακέτο για την Ελλάδα, αλλά και στο ενδεχόμενο μιας πιο ενεργητικής πολιτικής της ΕΚΤ στη δευτερογενή αγορά ομολόγων, ώστε να πέσουν τα περιθώρια κινδύνου. Το υπουργείο Οικονομικών πίεζε προς αυτήν την κατεύθυνση, αλλά η καγκελάριος είχε ακόμη επιφυλάξεις.
Μετά το δείπνο, με έναν καφέ στο χέρι, οι δύο πρωθυπουργοί μαζί με τους υπουργούς Οικονομικών αποσυρθήκαμε σε μια γωνιά, μακριά από τους άλλους συνεργάτες. Η Μέρκελ ήθελε να ξέρει πόσο ακόμα αντέχαμε· χωρίς αμφιβολία, στο μυαλό της είχε και τις εκλογές της 9ης Μαΐου στο κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας, και ήθελε να αποφύγει να λάβει αποφάσεις μέχρι τότε. Απαντήσαμε ότι αυτό εξαρτιόταν από το κατά πόσο οι αγορές θα πίστευαν πράγματι τη δέσμευση της Ευρωζώνης ότι θα μας στήριζε εάν υπήρχε ανάγκη· εάν δεν την πίστευαν, δεν είχαμε πολύ χρόνο. Ζητήσαμε μια βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση-γέφυρα, ως διασφάλιση έως ότου δημιουργηθεί πλήρης μηχανισμός που να είναι σε θέση να λειτουργήσει. Υποσχέθηκαν να το εξετάσουν, αλλά δεν δεσμεύτηκαν.
Μετά το δείπνο και τους σχετικούς αποχαιρετισμούς, φύγαμε για το αεροδρόμιο. Φτάνοντας στο κυβερνητικό αεροσκάφος που περίμενε στον ειδικό χώρο για να μας μεταφέρει στην Αθήνα, μας ανέμενε ένα κόκκινο χαλί, απλωμένο μέχρι τα σκαλιά του Gulfstream, με ένα στρατιωτικό άγημα παρατεταγμένο. Μόλις έφυγαν οι άνθρωποι του πρωτοκόλλου της γερμανικής κυβέρνησης, ο Παπανδρέου, ως παλιός και έμπειρος υπουργός Εξωτερικών, χαμογέλασε πικρά: «Πάντα βγάζουν το επίσημο άγημα όταν δεν έχουν κάτι άλλο να σου δώσουν».»
Eurogroup, 15/3/2010
«Η Γερμανία, όμως, δεν ήταν ακόμα έτοιμη. Ο Σόιμπλε είχε φτάσει στα όρια της εντολής διαπραγμάτευσης που είχε από την καγκελάριο. ∆εν ήθελε να ληφθούν αποφάσεις εκείνη την ημέρα – το ζήτημα θα έπρεπε να παραπεμφθεί στη Σύνοδο Κορυφής σε δέκα ημέρες. Αντί λοιπόν να δίνει συγκεκριμένες λεπτομέρειες, η ανακοίνωση του Γιούρογκρουπ επισήμανε αόριστα: «Αποσαφηνίστηκαν οι λεπτομέρειες που θα επιτρέψουν να ληφθεί μια απόφαση για συντονισμένη δράση, ώστε να υπάρξει άμεση ενεργοποίηση, εάν χρειαστεί». Και για άλλη μια φορά τονίστηκε ότι «οι ελληνικές αρχές δεν έχουν ζητήσει χρηματοδοτική στήριξη».»
Αθήνα, 22/4/2010
«Κατά τη διάρκεια του πρωινού, μου τηλεφώνησε ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η Γερμανία δίσταζε να συναινέσει στην ενεργοποίηση του μηχανισμού· τόσο δημόσια όσο και σε ιδιωτικές συζητήσεις, έλεγαν ότι ήταν ακόμα νωρίς. Εκείνο το πρωινό, όμως, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών ήθελε να μου πει ότι εάν η Ελλάδα αποφάσιζε να ζητήσει την ενεργοποίηση, η Γερμανία δεν θα έφερνε αντίρρηση. Είχαμε φτάσει στο σημείο «τελευταίας ευκαιρίας» – το περίφημο ultima ratio. Μίλησα με συναδέλφους μου και σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και με τον Ευρωπαίο επίτροπο. Όλοι θεωρούσαν πως είχαμε φτάσει πλέον σε ένα σημείο όπου κάθε περαιτέρω καθυστέρηση εγκυμονούσε μεγάλους κινδύνους.»
Eurogroup, 2/5/2010
«Όλοι περίμεναν να μιλήσει ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Εκείνος επιβεβαίωσε ότι η Γερμανία ήταν έτοιμη: «Έχουμε ξεκινήσει την εσωτερική μας διαδικασία, είμαστε έτοιμοι να δώσουμε χρηματοδοτική βοήθεια γρήγορα». Το Υπουργικό Συμβούλιο επρόκειτο να συγκληθεί την επομένη, και μέχρι τις 7 Μαΐου θα είχε ψηφίσει θετικά και το κοινοβούλιο. Ανακούφιση στην αίθουσα. «∆εν ήταν εύκολο, αλλά θα το κάνουμε». Προειδοποίησε ότι δεν υπήρχε περιθώριο για οποιεσδήποτε αλλαγές στους όρους δανεισμού εκείνη τη στιγμή, και φυσικά καμία απολύτως συζήτηση για αναδιάρθρωση χρέους. Και ενώ επί της ουσίας η απόφαση είχε ληφθεί, έπρεπε να τονιστεί πως «η τελική απόφαση ανήκει στους ηγέτες της Ευρωζώνης».
Eurogroup, 8/6/2010
«Σε εκείνη τη συνάντηση, καθορίστηκαν οι αναγκαίες λεπτομέρειες και τα βήματα για να μπορέσει να υλοποιηθεί το ΕΤΧΣ. Όμως, πέρα από τα πρακτικά ζητήματα, οι περισσότεροι υπουργοί βρίσκονταν σε ένα κλίμα αναστοχασμού μετά τις τελευταίες ταραχώδεις εβδομάδες. Η Κριστίν Λαγκάρντ υπενθύμισε σε όλους ότι η «ώρα Γιούρογκρουπ» ήταν πολύ διαφορετική από την «ώρα αγορών», ενώ σε μια εξομολογητική στιγμή, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε παραδέχτηκε: «Ίσως αργήσαμε στην περίπτωση της Ελλάδας». Για εμάς, όμως, υπήρχαν μόνο έπαινοι, με τον επίτροπο Ρεν να ενημερώνει ότι «το ελληνικό πρόγραμμα εφαρμόζεται πλήρως».
Eurogroup, 17/1/2011
«Ο Όλι Ρεν πήρε στη συνέχεια τον λόγο για να παρουσιάσει την άποψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Παρά την εντυπωσιακή μείωση του ελλείμματος, υπήρχε μια απόκλιση από τον στόχο, εξαιτίας της αναθεώρησης προς τα πάνω των στοιχείων για το 2009· ο στόχος για το 2011 θα παρέμεινε, όμως, ο ίδιος. Στα διαρθρωτικά, είχαν γίνει πολλά, αλλά θεωρούσαν ότι υπήρχε επιβράδυνση μετά το καλοκαίρι, και ότι οι μεταρρυθμίσεις που είχαν γίνει στην αγορά εργασίας δεν απηχούσαν ακριβώς τις προβλέψεις του προγράμματος.
Όπως είχε δεσμευτεί, το Γιούρογκρουπ συζήτησε και την επιμήκυνση των λήξεων των δανείων του προγράμματος, την οποία είχαμε εξασφαλίσει όταν εγκρίθηκε το πρόγραμμα για την Ιρλανδία, αλλά έμενε να συγκεκριμενοποιηθούν οι σχετικές αποφάσεις. Ο Τρισέ πρότεινε να επεκταθούν χρονικά όλα τα επίσημα δάνεια προς την Ελλάδα, τόσο από τις χώρες της Ευρωζώνης όσο και από το ∆ΝΤ, και να συμπεριληφθούν στην επέκταση και οι ήδη εκταμιευμένες δόσεις. Ο Σόιμπλε αναρωτήθηκε φωναχτά αν ακόμα και αυτό ήταν αρκετό για να πείσει τις αγορές ότι το ελληνικό χρέος είναι βιώσιμο – μια πρώτη έμμεση παραδοχή ότι υπήρχε θέμα βιωσιμότητας του χρέους και άρα ζήτημα αναδιάρθρωσης. Άρχιζε σιγά σιγά να γίνεται κατανοητό πως αυτό θα έπρεπε να γίνει, αργά ή γρήγορα.»
Λουξεμβούργο, 5/5/2011
«Ο Σόιμπλε αναφέρθηκε στην αναδιάρθρωση. «Μπορούμε να βρούμε κάτι ανάμεσα σε ένα πρόγραμμα ‘‘τύπου Βιέννης” (ανακύκλωση των ομολόγων που λήγουν, σε εθελοντική βάση) και μιας εθελοντικής επιμήκυνσης; Ο Τρισέ μας λέει ότι αυτό είναι επικίνδυνο· όμως χωρίς αναδιάρθρωση, δεν γίνεται τίποτα. Η Γερμανία θεωρεί ότι η εθελοντική επιμήκυνση πρέπει να είναι μέρος της λύσης. Οι αγορές λένε ναι· το ∆ΝΤ επίσης· γιατί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η ΕΚΤ λένε όχι;»
[…] Ο Σόιμπλε εξερράγη: «Τι μας προτείνει η ΕΚΤ; Πρόγραμμα, πρόγραμμα, πρόγραμμα – αυτό δεν αρκεί!» Και ο Τρεμόντι συμπλήρωσε: «Η απουσία της ΕΚΤ από τη συνάντηση είναι τραγική».»
Τηλεδιάσκεψη του Γιούρογκρουπ, 11/5/2011
«Μία μετά την άλλη, οι χώρες έδωσαν εύσημα για όσα είχαμε πετύχει, ζητώντας όμως ταυτόχρονα να δοθεί μια «ένεση αξιοπιστίας» στο πρόγραμμα. Στο μυαλό όλων βρισκόταν το ρίσκο μετάδοσης της κρίσης σε άλλες χώρες εκτός προγράμματος, κυρίως στην Ισπανία και την Ιταλία. Η Ισπανίδα υπουργός παραπονέθηκε ότι οι φήμες για αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους κάνουν μεγαλύτερο τον κίνδυνο μετάδοσης της κρίσης στη χώρα της, και ζήτησε απ’ όλους να συμφωνήσουν σε μια νέα χρηματοδότηση «για να αγοράσουμε χρόνο». Σε αυτό απάντησε ο Σόιμπλε: «Αν αγοράσουμε χρόνο, για ποιον λόγο ακριβώς τον αγοράζουμε;».»
Άτυπο Eurogroup, 14/6/2011
«Στο άτυπο Γιούρογκρουπ, ήταν η στιγμή για την τελική αναμέτρηση γύρω από το θέμα της αναδιάρθρωσης του χρέους πριν τις οριστικές αποφάσεις. […] Στη συζήτηση μπήκε ο Σόιμπλε. «Όλοι αντιλαμβανόμαστε την ανάγκη για ένα νέο πρόγραμμα. Αλλά χωρίς PSI, δεν υπάρχει λύση». Η Λαγκάρντ συμφώνησε: «Χωρίς PSI, είναι πολιτικά αδύνατο». ∆εν συμφωνούσαν όλοι. Ο Πορτογάλος υπουργός, σκεπτόμενος το δικό του μνημόνιο, θεωρούσε ότι το PSI ήταν μεγάλο λάθος. Ο Ζαν-Λικ Φρίντεν, υπουργός Οικονομικών του Λουξεμβούργου, πίστευε ότι το PSI κινδύνευε να αποσταθεροποιήσει περαιτέρω την Ευρωζώνη. Οι χώρες του Βορρά ανησυχούσαν ότι ένα νέο πρόγραμμα δεν θα είχε την έγκριση των κοινοβουλίων τους. Αυτό έκανε τον Τρεμόντι να αντιδράσει: «Κι εμείς έχουμε κοινοβούλια! Όταν το σπίτι του γείτονα έχει πιάσει φωτιά, του δίνεις πυροσβεστήρα».
Όλοι περίμεναν τη Γερμανία. Ο Σόιμπλε δήλωσε έτοιμος να εκταμιεύσει την επόμενη δόση του δανείου, αρκεί να υπήρχε ένα έστω και μικρό αλλά ουσιαστικό PSI. «Πρέπει να σεβαστούμε την ελληνική προσπάθεια», πρόσθεσε, «αλλά ποιος ξέρει αν πολιτικά μπορεί να πετύχει;» Και συνέχισε προφητικά: «Ίσως τον Σεπτέμβριο να συζητάμε άλλα πράγματα…». Η Γερμανία σκεφτόταν ήδη πέρα από την απλή επιμήκυνση του χρέους, αλλά περίμενε να τελειώσει πρώτα η θητεία του Τρισέ, πριν πιέσει για κούρεμα.»
Βερολίνο, 14/9/2011 (ως Υπουργός Ενέργειας και Περιβάλλοντος)
«Η επίσκεψη στο Βερολίνο ήταν και μια ευκαιρία για μια συνάντηση με τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Ήθελα να τον ενημερώσω για το Πρόγραμμα Ήλιος και να ζητήσω τη στήριξή του – ο ρόλος του θα ήταν καθοριστικός στο εσωτερικό της γερμανικής κυβέρνησης. Ήταν από τους πρώτους που είχαν μιλήσει δημόσια για την ανάγκη η Ελλάδα να σχεδιάσει μεγάλες αναπτυξιακές πρωτοβουλίες, και είχε μάλιστα αναφερθεί ειδικά στην προοπτική εξαγωγής ηλιακής ενέργειας.
Κανονίσαμε να συναντηθούμε για μεσημεριανό φαγητό στο εστιατόριο Paris-Moskau, κοντά στην Πύλη του Βραδεμβούργου. Ήταν ένα μικρό παραδοσιακό κτίριο, το οποίο θα ταίριαζε περισ- σότερο σε ένα χωριό της Βαυαρίας παρά στο κέντρο του Βερολίνου. Την εποχή εκείνη, το κτίριο στεκόταν μόνο του στη μέση ενός αχανούς εργοταξίου ανάπλασης της γύρω περιοχής, και αυτό έδινε την αίσθηση ότι βρισκόσουν στη μέση μιας ταινίας της εποχής του Ψυχρού Πολέμου.
Ο Σόιμπλε συμφώνησε να στηρίξει το Πρόγραμμα Ήλιος, και να βοηθήσει ώστε να ξεπεραστούν τα εμπόδια που είχαν να κάνουν με τις επιδοτήσεις σε παραγωγούς ηλιακής ενέργειας στη Γερμανία. Ήθελε όμως επίσης να συζητήσουμε και για τη γενικότερη κατάσταση στην Ελλάδα. Και, ξαφνικά, αυτό: «Γιώργο, η συμφωνία του Ιουλίου για το χρέος δεν μπορεί να δουλέψει. Χρειαζόμαστε ένα πραγματικό κούρεμα. Ίσως γύρω στο 50%». Είχα μείνει άφωνος.
Μόλις τελείωσε το γεύμα και αποχαιρετιστήκαμε, τηλεφώνησα αμέσως στον πρωθυπουργό για να του μεταφέρω όσα είχα μόλις ακούσει. Με άκουσε με προσοχή και δεν έδειξε να αιφνιδιάζεται. Του επιβεβαίωνα την αίσθηση που είχε αποκομίσει ο ίδιος αλλά και ο υπουργός Οικονομικών τις τελευταίες εβδομάδες. Οι εκτιμήσεις για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους είχαν αισθητά επιδεινωθεί από το καλοκαίρι, και οι περισσότεροι αναλυτές είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η συμφωνία του Ιουλίου θα αναθεωρούνταν, αργά ή γρήγορα.»