[go: up one dir, main page]

vita moderna

kisses, tears & psychodramas

13.12.08

Η σύγκλιση

Πρέπει να βαδίζουμε προς ομαλοποίηση καθότι οι καναπέδες τιτίβισαν και πάλι από το πρωί: πώς θα γίνουμε όμορφες και λαμπερές τα Χριστούγεννα, πώς το τετράγωνο των αρνητικών όψεων επηρεάζει τους Kριούς και πώς λίγο μάνγκο θα προσθέσει κάτι από Ντόνα Κάραν στο άρωμα της φασολάδας. (Τα πρωινάδικα δεν έχουν τζαμαρίες;)


Ο παράδεισος της Τάξης


Γράφω αυτό το ποστ, κατά παραίνεση του φύλακα-άγγελου qarcq και όσων άλλων με σκεπάζουν με την κουβερτούλα των σχολίων τους και δεν μ’ αφήνουν να μαραθώ ήσυχα στη γωνιά μου, σαν μαϊντανός ξεχασμένος στο ψυγείο. (κατάφερα να κάνω μελό και τη μαναβική) Νιώθω τόσο καταρρακωμένος αυτές τις μέρες (πρέπει να είμαι ο μόνος) που το γράψιμο μου φαίνεται χειρότερο από σκάψιμο. Τι να γράψεις, τι άλλο να πεις. Αλλά να που το κάνω.

*



Όταν, παρά τις κάμερες-κινητά που κυκλοφορούν κατά χιλιάδες, τους ερασιτέχνες και επαγγελματίες φωτογράφους πίσω από κάθε κολώνα, παρά το βίντεο της αποχώρησης των δραστών και τους φυσικούς μάρτυρες του γεγονότος, συνεχίζουν να βγαίνουν πιστόλια στα επεισόδια, ο δε υπαίτιος ισχυρίζεται περίπου ότι πυροβόλησε για να σωθεί (και ότι το παιδί- απόκλιση ήταν Παναθηναϊκός), αναλογίζομαι τα μαύρα σκοτάδια προηγούμενων δεκαετιών, ανθρώπους που μπλέχτηκαν στον εφιάλτη της συγκάλυψης βλέποντας τους δικούς τους να εκτελούνται μία και δύο και δεκαπέντε φορές, χωρίς, μάλιστα, την αλληλεγγύη μιας κοινής γνώμης σκυμμένης πάνω τους όπως τώρα. Γρήγορα ξεχνάει ο άνθρωπος. Ένα μεστό κείμενο του Ρακάσα, που θυμάται.

Κατά τα άλλα να επιστρέψουν όλοι στις θέσεις τους. Να καταδικαστούν οι ακρότητες ώστε να ξαναμπεί στη ράγα το τραινάκι που μας έφερε ως εδώ. Κάθε κουβεντολόι ξεκινάει τελευταία με τον θρησκευτικό όρκο: -Αποτάσση τω Σατανά; -Αποτάσσομαι. -Καλώς, πάμε παρακάτω. (στο δεκάλεπτο όμως ο συντονιστής επανέρχεται: δεν σε βλέπω να καταδικάζεις απερίφραστα. Πες ρε, μίλα. Πες το να σε ακούσω).

Διότι δεν είναι μόνο το όπλο του μπάτσου μαγικό. Υπάρχει κόμμα το οποίο κατεβάζει τον κόσμο στο δρόμο, με απλή κρούση των δαχτύλων: Σναπ! Φτάνει να υπονοηθεί λίγη δυσφορία Αλαβάνου, ένας αστερίσκος της διατύπωσης Κουβέλη, ένα βηχαλάκι χρονοκαθυστέρησης του Τσίπρα για να μεταδοθεί ο επαναστατικός πυρετός απ’ άκρου εις άκρη στην Ελλάδα, να ριγήσει η νεανική καρδιά από ενθουσιασμό. Περιμένουν τα παιδιά με τα γραντζουνισμένα γόνατα (μορτάκια του άσπρου σύννεφου-ναυτάκια του περιβολιού), να τους δοθεί το σύνθημα: Λέγε, αφεντικό! Ρίχνω στη τζαμαρία ή τον αφήνω να κάνει Χριστούγεννα;

[Μαγική σύνδεση: Είναι αφασικοί και απολιτίκ, πλην πειθαρχημένοι στον Αλαβάνο. Όλοι τους.]

[Πάει και αλλιώς: Είναι έξυπνοι, ώριμοι, ευαίσθητοι αλλά τους υποκινεί ο Σύριζα.
Κι αυτό σωστό.]

Για τη σύνθεση του νεανικού πληθυσμού, ο Ξυδάκης, θερμός και με άποψη.

*


Οι πάντες «έμαθαν» από τα παιδιά τους. Πολιτικοί χρόνια, ούτε που τους πέρναγε από το μυαλό πως κάτι τρέχει, γύρισαν στο σπίτι συντετριμμένοι και ρώτησαν: πες μου παιδί μου· πιστεύεις πως καράφλιασα; Υπάρχει μια ταχύτατα αναπτυσσόμενη πρακτική κατευνασμού δια της συμφωνίας. Υπουργοί, πρωθυπουργοί, βουλευτές σε συμπολίτευση-αντιπολίτευση, μικροί-μεγάλοι με λουλούδια στο χέρι ομονοούν ότι οφείλουμε να εξεγερθούμε λιγουλάκι. (κόσμια πάντα) Τέτοια τρυφερή ατμόσφαιρα, σπάνια τη συναντάς. Αλλά και το βράδυ, όλοι βρίσκουν μια χαρά αιτίες-αποτελέσματα-θεραπεία . Από τον Νίκο και την Τατιάνα, στον Τατούλη και τον Λοβέρδο…αντί να διαφωνούμε άκαρπα με το κοινό αίσθημα, σκέφτονται, συμφωνούμε και επαυξάνουμε, οπότε το κοινό αίσθημα μπερδεύεται. Στο τέλος, η γιαγιά που πέταγε νεράντζια, τα κάνει κομπόστα και τα τρώει.

(για την κοσμιότητα της εξέγερσης, ο Talos, συστηματικός και πλήρης.)

Μόνο ο Χρήστος Γιανναράς, πρόλαβε εν μέσω φλεγόμενης πόλης, στα δύο πρώτα λεπτά της τοποθέτησής του στην ΕΤ3 να φωτίσει αλλιώς τα γεγονότα μιλώντας για αποδόμηση της γλώσσας και αποδόμηση της ιστορίας. Να με συγχωρεί ο αγαπητός καθηγητής αν στη συνέχεια φώτισε έτι περαιτέρω τα αίτια, αλλά δεν άντεξα. Με τέτοια αναλυτικά εργαλεία σκέψης, σκέφτηκα, όπου να ναι θα λαμπαδιάσει και η ΕΤ3.

*


Κοροϊδεύω τα της TV, αλλά χάρηκα με τις τοποθετήσεις των περισσοτέρων. Και στο ραδιόφωνο άκουσα κουβέντες τολμηρές, ανθρώπινες. Αν η μηντιακή συμπαράσταση ενέχει υποκρισία, η λεγόμενη ψύχραιμη ανάλυση πάνω στον τάφο, μου φαίνεται αφόρητη. Λαός που πλέκει κάθε αντίδραση γύρω από το συναίσθημα, χρειάζεται πάντα να προσωποποιήσει το δράμα. Να μπει στη θέση της μάνας. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ενώ ξεχείλιζε η οργή για τη δολοφονία του παιδιού οι ξένες ανταποκρίσεις κρατούσαν πάντα σε δεύτερη μοίρα το συμβάν, εστιάζοντας στην οικονομική και κοινωνική κρίση που πυροδοτεί την αντίδραση. Μπορεί να κάνω λάθος αλλά είδα σ’ αυτό μια μικρή διαφορά στη θερμοκρασία του βλέμματος. Το μεγάλο κάδρο να καταπίνει το μικρό. Δεν θέλω να αξιολογήσω στάσεις. Λέω τι με αναπαύει, προσωπικά.

(Παρήγορο συναίσθημα βρίσκω πάντα στον Μπουκάλα.)



Και κάτι ακόμα. Υπάρχει μια διαδεδομένη αντίληψη πως το συναίσθημα συσκοτίζει την κρίση, μάς απομακρύνει από την αλήθεια, εμποδίζει την απονομή δικαιοσύνης. Πέρα από την απλοϊκή προσέγγιση ότι η αλήθεια είναι μια πραγματικότητα περίπου σαν το δέντρο απέναντι να την αγκαλιάσω, αντιλαμβάνεται και τη δικαιοσύνη σαν έννοια υπερχρονική και υπερτοπική. Λες και υπάρχει δικαιοσύνη έξω από το νομικό σύστημα που την αποδίδει. Λες και δεν ξέρουμε ότι κατά χώρα και εποχή μπορεί να καθίσεις στην ηλεκτρική καρέκλα ή να φύγεις κύριος την επομένη, ό,τι κι αν έχεις κάνει.

Δεκάδες κείμενα εντός και εκτός της χώρας, εμπεδώνουν την ιδέα ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένη έξαρση της νεανικής βίας, αλλά για ριζωμένη, βαθιά δυσφορία της κοινωνίας που (συνειδητά ή ασυνείδητα) εναποθέτει ελπίδες εξόδου, στα παιδιά της.


[φωτο: arxedia media/salami_edafous via mhulot]

29.9.08

Εν έτει δύο χιλιάδες και οκτώ, έτι υφιστάμενοι.

(διπλό τεύχος επετειακό, με cd )



Τι υφιστάμενοι δηλαδή, ίσα που καταφέρνουμε να επιζούμε με κάτι μισές ανάσες αγχωτικές, κοφτές, καυτές, πυρετώδεις - κι αυτό φίλοι μου δεν είναι (αποτυχημένη, έστω) λογοτεχνία αλλά πικρή και μαύρη κυριολεξία. Φλογίζομαι, τσουρουφλίζομαι, έχω μεγάλη αντράλα. Γλιστράει κάθε τόσο η κουβέρτα στο πάτωμα (τυλίγομαι, πάντως, όποτε το θυμηθώ), εκτός από το τάκα-τουκ των πλήκτρων έχω διαρκώς μέσα στο κεφάλι μου το gi-ve-it-to-me, yeaahh – κομμάτι-τσίχλα από το οποίο δεν μπορώ να απαλλαγώ καθότι εξετέθην σε ανελέητο τιβιμαντονόλοτζυ– συν τα πεταμένα χαρτομάντιλα, τα παρατημένα τσάγια, το ακατέβατο τριαντοοχτώ κι οχτώ. Έχω βαρεθεί τη ζωή μου. Μάνα γιατί με γένναγες.

*


[Βρίσκω φοβερό προϊόν τα χαρτομάντηλα. Να επιτέλους κάτι για το οποίο δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε την κυβέρνηση (μηδέ την αντιπολίτευση). Βελούδινη υφή και απίθανο άρωμα· με μόλις μια ταπεινή υποδιαίρεση του ευρώ- ογδόντα λεπτά;- βυθίζεσαι στο χειμωνιάτικο παραμύθι. Είμαι πολύ ευχαριστημένος.

Μπορεί και να ενθουσιάζομαι γιατί σκέφτομαι σαν αναγνωστικό της δεκαετίας του εξήντα: ο καστανάς και ο παπάς (του πήρε το καλυμαύχι ο αέρας), η φουφού: ιδού το φθινόπωρο. Και σιγά μην μεγαλώνει ποτέ ο άνθρωπος. Ως άτομο εκ φύσεως υπερφίαλο, νομίζω ότι ολοκλήρωσα πάνω-κάτω εκεί, στα εφτά-οχτώ μου χρόνια, τη βασική ανάγνωση στη ζωή. Όταν αργότερα διάβασα και τους Καραμάζοφ, έκλεισα σαν παιδί. Έγινα ο Αλιόσα.

Επειδή δεν ήταν σαφές, διευκρινίζω: όσα Βατοπέδια να σκάσουν, πάντα θα υπάρχει ένα απόθεμα συμπάθειας για εκείνον τον απλό παπά. Κάποιος να τον υπερασπιστεί ρε παιδιά (εγώ είμαι αυτός μάγκες, ο επονομαζόμενος thas ο δίκαιος). Και επιτέλους δεν θα αρνηθώ έτσι εύκολα την όμορφη ελληνοπαιδεία μου, που τόσο με δόξασε. Σχολική προσευχή, κατηχητικό, ντυμένα τετράδια θρησκευτικών με πράσινο βελουτέ- τι θα τα κάνω τώρα όλα αυτά; μου λες;]

*


Γουέλ, γιορτάσαμε και παλιότερα τα τρία μας. Φέτος, στα πέντε, είχα σκοπό να φωνάξω μερικούς φίλους (και βέβαια τις πολυαγαπημένες Τζίνα, Τζέση, Τζένη, Τζέλα), να ανοίξουμε καμιά σωμ-πάνια, λίγο σολωμό - να συζητήσουμε τα αδιέξοδα του μπλόγκινγκ, πού πάει όλο αυτό. Καταλαβαίνετε, Τζένη, πού πάει όλο αυτό. Αλλά με πρόλαβαν τα γεγονότα. Έχω χάσει και τον Κουκουζέλη. Ο εορταστικός μας τίτλος, εκτός από ταμπέλα γνωστού εστιατορίου στη Θεσσαλονίκη νομίζω ασυνείδητα μιμείται τον τίτλο του μέγα Τάλω, ο οποίος και γιόρταζε πρόσφατα. Τον αφήνω, για να καταδείξω αφενός την πλέρια ταπείνωσή μου μπροστά στον άρχοντα Ιστολόγο (διαπιστώνω ότι συνεχίζω τον θρησκευτικό προσανατολισμό του ποστ) και αφετέρου ότι δεν υπάρχει παρεθνογένεση στο μπλόγκινγκ. Τέλος πάντων η ιδέα είναι να φλυαρήσω μήπως και καταφέρω να κρύψω την έλλειψη έμπνευσης.

*



Αποφάσισα τις προάλλες να γράψω πολιτικό ποστ και γύρισαν τα πάνω- κάτω. Σε ένα μήνα επήλθε μερική καταλληλοποίησις του ακατάλληλου και οριστική ενίσχυσις του Κανένα. Μέχρι το επόμενο ποστ μπορεί ο Κανένας να φάει και τον Μηδένα. Γενικώς μ’ αρέσει πάρα πολύ αυτή η διολίσηθηση του πολιτεύματος σε Βασίλειο των Δημοσκοπήσεων. Ξαναβρήκαμε την άμεση δημοκρατία-μη χε.

Πρέπει πάντως να σημειώσουμε μια μεγάλη επιτυχία της βίτα, καθότι αναδείξαμε πρώτοι το ζήτημα της Καλομοίρας Σαράντη, - προηγηθήκαμε κατά δύο ημέρες των Χριστίνα Λαμπίρη και Συνεργάτες. Νομίζω πως όφειλαν να πουν ένα ευχαριστώ. Ή έστω μια πρόσκληση να πανελίσουμε κι εμείς μαζί τους, να μιλήσουμε για τα δικά μας αδιέξοδα, πού πάει όλο αυτό. Με καταλαβαίνετε Χριστίνα. Επιτέλους, was ist das–die Philosophie?

*



Δεν βλέπω να με σώζει η φλυαρία σήμερα. Ήμουν στο κρεβάτι πριν από λίγο και βόγκαγα. Μετά άρχισα να σκέφτομαι ότι πρέπει επιτέλους να γράψω κάτι, μέρα που είναι. Τελικά, σχεδίασα το ποστ εκεί ανάσκελα, κοιτάζοντας το ταβάνι. Σιγά τη σύλληψη θα μου πεις. Δεν είναι αυτό το θέμα μας. Το θέμα μας είναι ότι έτσι και με πιέσεις, μπορώ να τα ξαναπώ όλα προφορικά, από την αρχή. Ακόμα κι αυτή την πρόταση που γράφω τώρα, τη σκέφτηκα εκεί. Γενικά είμαι σπουδαίος τύπος, συντάσσω και προφορικά ποστ, με όλα τα σημεία της στίξης (σε θέσεις τόσο ανάσκελα όσο και μπρούμητα) και έχω φάει μεγάλη καταπίεση στο δημοτικό να μάθω να αποστηθίζω. Έτσι απέκτησα άριστη αυτοεικόνα, αυτοπεποίθηση και αυτογνωσία. (Καθώς και έναν ψηλό πυρετό, τα είπαμε αυτά.) (Κύριε Thas μου, δεν είναι καλές οι τόσο συχνές λοιμώξεις, είπε ο σοφός δόκτωρ. Γενικά το ανοσοποιητικό μου τελευταία, σφυράει κλέφτικα. Σπούκυ.)

Λοιπόν ο George Steiner για την αποστήθιση που λέγαμε, σημειώνει τα εξής:
Να αποστηθίζει κανείς από καρδιάς – πόσες πληροφορίες εσωκλείονται σ’ αυτή την έκφραση!- προϋποθέτει να κάνει κτήμα του κάτι, να κυριευτεί από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της γνώσης. Τούτο σημαίνει πως εξουσιοδοτούμε τον μύθο, την προσευχή, το ποίημα να έρθει να μπολιάσει και να ανθίσει μέσα μας εμπλουτίζοντας και τροποποιώντας το ίδιο μας το εσωτερικό τοπίο, όπως κάθε εφόρμηση μέσα από τη ζωή μετατρέπει, με τη σειρά της, και εμπλουτίζει την ύπαρξή μας. Για την αρχαία φιλοσοφία και αισθητική, μητέρα των Μουσών ήταν η μνήμη.

Από το Η σιωπή των βιβλίων



Ίσως πρέπει να ξαναδούμε το ζήτημα όλοι εμείς οι προδευτικοί υπέρμαχοι της ουσιαστικής-κριτικής-σκέψης-που-απεχθάνεται-την-αποστήθιση. Δεν ξέρω, λέω.

Πάντως το βιβλιαράκι του Steiner που με ενθουσίασε είναι αυτό:


Ο τίτλος είναι παραπλανητικός, μην παρασύρεστε οι ποιητικές ψυχές. Στην ουσία έπρεπε να λέγεται δέκα λόγοι για την ατέλεια της σκέψης.

*


Είδα και κάποιες ταινίες στου ντιβιντί. Είχα τη φοβερή έμπνευση να πάρω κολλητά όλη τη αμερικάνικη παραγωγή με cows & boys: The proposition, Τελευταίο τραίνο για τη Γιούμα, There will be blood, Η δολοφονία του Τζέσε Τζέιμς, No country for old men. Όταν έφτασα πια στους Κοέν έπαθα κάτι. Ο πνιχτός ήχος της καραμπίνας του Χαβιέ Μπαρδέμ μου τίναζε το στομάχι. Πνίγηκα στα πτώματα. Εντάξει, έχει υποκλιθεί η ανθρωπότης στη βιρτουοζιτέ των Κοέν, στον Ταραντίνο, μαζί τους κι εγώ. Αλλά πεθύμησα ξαφνικά μια Πωλίν στην πλαζ ρε αδερφέ. Λίγη σέβεντις γαλλικούρα, μια ανθρώπινη κατάσταση. Ευχαρίστως θα έπαιρνα ολίγον από Ρομέρ τώρα.

Είδα πάντως μια ταινία που δεν βγήκε στις αίθουσες και μου άρεσε πολύ. Ο μπαμπάς έχει αλτσχάιμερ, τα αδέλφια πελαγωμένα. The savages. Χιούμορ, οξεία παρατήρηση και τρυφερότητα. Καληνύχτα, καλοί μου άνθρωποι.

*



(ημέρα δεύτερη, τεύχος δύο)



Τι μ’ έπιασε που λες ένα βράδυ, προ πυρετού, άρχισα να διαβάζω για την παρουσία του είδους μας στο πλανήτη. Οι ανθρωπίδες εμφανίζονται 4,4 εκατομμύρια χρόνια πριν. (Ύστερα κοιμήθηκα, γιατί σε ύπτια θέση αντέχω περίπου μισή σελίδα: σημάδι μιας προηγούμενης δίκαιης ζωής κι ενός ανέφελου παρόντος). Ξύπνησα όμως τη νύχτα (σημάδι μιας κακής ζωής και ενός ανήσυχου παρόντος) και άρχισα να σκέφτομαι πόσες φορές χωράει το 5 χιλιάδες στο 4,4 εκατομμύρια χρόνια. Το κάνω από μικρός αυτό, όταν θέλω να εκπλήξω τον εαυτό μου φαντάζομαι ατελείωτες σειρές πραγμάτων….πέντε χιλιάδες χρόνια, δέκα χιλιάδες χρόνια, φσουουου αέρας, εκατό χιλιάδες χρόνια, πεντακόσιες χιλιάδες χρόνια, ένα εκατομμύριο χρόνια, φσουουου αστραπές, βροντές, ένα εκατομμύριο διακόσιες πενήντα χιλιάδες χρόνια κοκ. Πώ πω μανούλα μου.
Τόσα εκατομμύρια χρόνια με ανύπρακτη εξέλιξη, στρατιές προγόνων μας κλιματολογικά (και πολιτιστικά) καθηλωμένες. Και ξαφνικά, μετά από τόση παγωνιά και αγωνία και ούγκα-ούγκα, αρχίζει το ξεσάλωμα με τους πρώτους πολιτισμούς της Μεσοποταμίας. Ένα ελάχιστο χρονικό τσακ κατόπιν, περνάμε στο πείραμα του cern.

Απίθανο.

Πόσο έχει γκαζώσει το μηχανάκι φαίνεται και από εκείνο το σημείωμα του Γραμματικάκη στο οπισθόφυλλο της Κόμης της Βερενίκης (διαχρονικό μπεστ σέλερ μαζί με το Χρονικό του χρόνου):
Το βιβλίο αυτό αφορά σε ένα πείραμα που έγινε πριν από 15 δισεκατομμύρια χρόνια. Ήταν δε τέτοιες οι συνθήκες και η θερμοκρασία του πειράματος που καθιστούν ανέφικτη την επανάληψή του στα γήινα εργαστήρια. Το πείραμα αυτό ήταν η δημιουργία του ίδιου του σύμπαντος
.

«Ανέφικτη.» Να είμαστε καλά, να δούμε τι θα απογίνουν κι άλλες ωραίες βεβαιότητές μας.

*



Μετά και την επιστημονικοφανή αναφορά μας, κλείνουμε επιτέλους με την προεξαγγελθείσα προσφορά, μια επιλογή σε Steinway πιάνα της βορειευρωπαικής σχολής, στην κατεύθυνση της ECM. Κατά περίπτωση ο ήχος της μπορεί να σε εκνευρίσει με την κλινικότητά του ή να σε ενθουσιάσει με τις ηχητικές του ποιότητες. Γενικά πρόκειται για εξαιρετικούς μουσικούς που έχουν το χρόνο με το μέρος τους. Μετά από ελεκτρομπλιμπλίκια, ντισκοπόπ και πριονοκιθάρες, αυτός ο ήχος δουλεύει σαν μουσικό Hexalen. Με πολύ κενό ανάμεσα στις νότες, θέλει ησυχία και συγκέντρωση (και ένα συμπαθές σύστημα αναπαραγωγής.)- αν και προσπάθησα να δημιουργήσω πιο up beat κλίμα από το σύνηθες. Προσωπικά επειδή θέλω να μοιάσω στον γκουρού του Πετεφρή, έχω βρει εδώ παρηγοριά και ανάπαυση.

*




Achirana, Vasillis Tsabropoulos piano, Arild Andersen double bass, John Marshall drums. Σχόλια.

*





Tomasz Stanko Quartet, Suspended Night.
Tomasz Stanko trumpet, Marcin Wasilewski piano, Slawomir Kurkiewicz double bass, Michal Miskiewicz drums. Σχόλια.

*



Tord Gustavsen trio, Being There.
Tord Gustavsen piano, Harald Johnsen double bass, Jarle Vespestad drums. Σχόλια.

*



The triangle, Arild Andersen double bass, Vasillis Tsabropoulos piano, John Marshall drums.

*



Brad Mehldau songs, the art of the trio vol.3
Brad Mehldau piano, Jorge Rossy drums, Larry Grenadier bass. Σχόλια.


Η συλλογή: 4pianos
1.Diamod cut diamond (7:23)Achirana
2.Achirana (8:06)Achirana
3.Suspended variations ii (8:24)Suspended night
4.Vicar street (3:42)Being there
5.Karamosin (5:08)Being there
6.Where we went (4:45) Being there
7.Strait (5:36) triangle
8.Song song (6:29) the art of the trio vol.3
9.Exit music for a film (4:23)the art of the trio vol.3

*


Τελειώσαμε και δεν προλάβαμε να πούμε μια κουβέντα για το πού πάει όλο αυτό. Με καταλαβαίνετε. Ας πιούμε καλύτερα κάτι (καμιά αντιβίωση πιχί) και ας πατήσουμε send πριν μας προλάβει η νέα μέρα. Γενέθλια να σου πετύχουν.

8.9.08

Μα πού χάθηκε αυτό το κορίτσι;


(sad-autumn-politics)


Η τούρτα ζαχαρένια του Γιωρ.Παπ. με μελαγχόλησε. Ευφυολόγημα νομίζω άσχετο με την ιδιοσυγκρασία του, αντί να βελτιώνει την εικόνα του ίδιου και του κόμματος (το οποίο συνεχίζει να μεσοπελαγώνεται έρμαιο παντοειδών ανέμων), ρίχνει μια πρόσκαιρη γέφυρα προς το λαϊκό αίσθημα (που γουστάρει γρήγορη ατάκα και γλωσσικές εξυπνάδες), για να μείνει στο τέλος σώμα αναφομοίωτο και ξένο προς τη ρητορική του αρχηγού του. Ό,τι τέλος πάντων ορίζουμε ως τέτοια.

Γενικά το φθινοπωρινό μικροπολιτικό κουβεντολόι (ρουσοπούλειον ασυμβίβαστο + τατουληάδα / βουλγαράκειον γκλαμ + κοτερολογία) μού φαίνεται ότι κλείνει και πάλι την πολιτική σε μια τηλεοπτική οχλαγωγία με την οποία τρέφεται η καθημερινότητά μας: αυτό το άκακο ζωάκι που μασά και αναμασά διαρκώς την ασημαντότητα, ώσπου το ίδιο να μεγαλώσει, να παχύνει και να καταλάβει εντέλει το βασικό σχήμα της ζωής μας (σημειωτέον, ως γνωστόν, πως δεύτερη ζωή δεν έχει).

Άσχετο, αλλά εύρισκα πάντα την κατηγορία περί αμερικανοτραφούς κολεγιόπαιδος που δεν ξέρει ελληνικά, άδικη για τον άνθρωπο. Τα ελληνικά του Γιωρ.Παπ. δεν μου φαίνονται άσχημα, τουλάχιστον συντακτικά. Το πρόβλημα βρίσκεται, πασιφανώς νομίζω, στην έλλειψη εκφραστικότητας και στην αναιμική εμψύχωση των ίδιων του των λόγων· με άτονα ή ανύπαρκτα τα παραγλωσσικά και εξωγλωσσικά στοιχεία.

Πήξαμε στους ρήτορες, θα μου πεις.
Ίσως.
Αλλά και πολιτική δίχως λίγη έμπνευση, δίχως ένα μίνιμουμ εκφραστικού πάθους (τη στιγμή μάλιστα που καλείς τις μάζες να μοιραστούν μαζί σου ένα όραμα) δεν νοείται από αρχαιοτάτων, ενώ η ρητορική δεινότητα δεν είναι απαραίτητα συνώνυμο της παραπλάνησης- είναι, φυσικά, η συνήθης εκτροπή της. Γίνεται πάντως να είναι κι αλλιώς.

Κατά μία έννοια και ένα καλό γραπτό κείμενο ασκεί την ίδια τέχνη της ρητορείας με τον καλύτερο (αποτελεσματικότερο) τρόπο: πείθει τον αναγνώστη για την ειλικρίνεια των προθέσεών του, τον ρουφάει σε ένα απολύτως προσωπικό σύμπαν, ενώ ο δημιουργός του είναι σε θέση να παρατηρεί το αόρατο στους πολλούς νήμα, τις ραφές, το στρίφωμα· στοιχεία που δεν συνιστούν ψεύδος και απάτη, αλλά δομικά συστατικά της (κρυφής) του αρχιτεκτονικής. Ήγουν-τουτέστι κατασκευάζεται και η αλήθεια, όπως η πίτσα καπριτσιόζα.

[έχω ξεφύγει σε καλολογικά στοιχεία, αφορισμούς, υπερβατά, χιαστί, κατά το δοκούν- τώρα ανοίγομαι και στην κουζίνα]

Αυτό είναι το πρόβλημα του καθηλωμένου Πασόκ: δεν είναι σε θέση να κατασκευάσει την αλήθεια του- περιμένει να ζήσει από το ψέμα των άλλων.
Δύσκολα πράγματα αυτά.
Ιδίως όταν το πρόβλημα βρίσκεται, κατά δήλωση, στους ίδιους.

*



Με δεδομένη την καταιγίδα που πλήττει την κυβέρνηση, την κατάσταση της οικονομίας και τα μύρια όσα της πενταετίας, η αντοχή των ποσοστών Καραμανλή και η διαφορά +2 με το Πασόκ, φωνάζουν το προφανές: ότι το κοινωνικό σώμα, μουδιασμένο και αμήχανο σχετικά με το ποια προβλήματα είναι σε θέση να λύνει επιτέλους η πολιτική, με ελάχιστη ή καθόλου ελπίδα, συνεχίζει να κρατιέται από πρόσωπα. Ο καθένας, αφού (επανα)βεβαιώσει υποταγή στο κοινό δόγμα τού «όλοι ίδιοι είναι» (μη μας πούνε και μυγοχάφτες), ακολουθεί, έστω απρόθυμα, τις προσωπικές του συμπάθειες.

Έτσι μόνο εξηγούνται τα κουφά γκάλοπ, με τα κουφά τους αποτελέσματα. Σε ένα ιδεολογικό τοπίο που φέρνει σε αλπική τούντρα, τα πρόσωπα αποτελούν το τελευταίο καταφύγιο έκφρασης γνώμης, μια ιδιωτική περιοχή προτιμήσεων, μικροσυμπαθειών ή έστω αναγκαστικής επιλογής του μη χείρον. Έτσι ερμηνεύεται και η σπουδή Καραμανλή να μας βεβαιώσει πως: μάγκες, το παίρνω πάνω μου.

[Σημειολογικώς μεταφραζόμενο: είμαι ο ηγέτης / τιμονιέρης / καραβοκύρης· μπορεί να μην πιάσουμε τσιπούρες αλλά θα σας βγάλω ζωντανούς στη στεριά.]

Με δεδομένο το υλικό του (φτάνει να χαζέψεις τα πρωτοκλασάτα στελέχη και τους υπουργούς που σαρώνει η κάμερα στην πρώτη σειρά) τα σκάνδαλα και τα σκανδαλάκια που σκάνε από παντού, συν τον ζοφερό χειμώνα που ψιλοεξαγγέλλεται, είναι ένα μικρό θαύμα ότι μπαίνει και βγαίνει όρθιος στη συνέντευξη τύπου. Να μη σου πω και ενισχυμένος.

*



[Σκάνδαλα· το μεγαλύτερο όλων παραμένει η εξαφάνιση της Καλομοίρας Σαράντη, στον κολοφώνα της δόξας της -και δεν βρέθηκε ένας, να τον ρωτήσει γι’ αυτό, να μάθουμε και κάτι χρήσιμο.]

*


Καλό Χινόπωρο, χειμαζόμενοι αδερφοί μου.

2.8.08

polaroid

«Αν με ρωτήσετε τι είναι ο χρόνος, δεν το γνωρίζω. Αν όμως δεν με ρωτήσετε, τότε γνωρίζω»

Άγιος Αυγουστίνος*


*


Είναι δυο κορίτσια στο ασανσέρ, η Κατερίνα και η Δώρα. Μπες, μου κάνουν. Ανεβαίνουμε στον πέμπτο όροφο της ξένης πολυκατοικίας και βγαίνουμε στην ταράτσα. Σκύβω διαρκώς από τα κάγκελα και χαζεύω τον έρημο δρόμο. Λίγο πριν τη δύση του ήλιου γυρίζω να τους ανακοινώσω ότι το κρυφτό τελείωσε και βλέπω τη λιμνούλα που σχηματίζεται γύρω από τη βάση της κεραίας. Η Κατερίνα μού λέει: τι κοιτάς; έλα κι εσύ να κατουρήσεις μαζί μας.

*



Στο σπίτι που το λέμε της γιαγιάς της Καλατζούς. Ακούγεται μόνο το ρολόι πάνω στο τζάκι, η γιαγιά είναι ξαπλωμένη στο ντιβάνι. Πάνω από το κεφάλι της παρατηρώ την εικόνα: ανθρωπάκια ανεβαίνουν σε μια σκάλα και από εκεί πηδάνε στο κενό. Ένα ερπετό με ορθάνοιχτο στόμα τα περιμένει. Από κάτω διαβάζω συλλαβιστά: Η-κό-λα-σις.

*



Ανασηκώνομαι στο σλίπινγκ μπανγκ. Φυσάει ένας γλυκός αέρας, πρωϊνός, που φέρνει ως εδώ τη μουσική. Το ανοιχτό φορτηγάκι ανεβαίνει στο βουνό. Κλαρίνα.

*


[Σε συνέχεια εκείνων]


-------
*Βρήκα το απόσπασμα του Αυγουστίνου στο "Γλωσσικό κουτί" του Χρήστου Χρυσόπουλου, εκδ. Καστανιώτη, σελ.35. - κείμενο δοκιμιακό, ιδιαίτερα απαιτητικό, γύρω από τη θεωρία της γραφής.

29.7.08

Σύντομη απάντηση των πέντε ευρώ...

στο ερώτημα ενός εκατομμυρίου δολαρίων που μου θέτει ο old boy:


…δεν θυμάμαι την ακριβή διατύπωση, αλλά είπες στην εκπομπή ότι στα μπλογκ περισσότερο από οπουδήποτε αλλού ο καθένας μπορεί να εμφανίζει τον αληθινό, βαθύ εαυτό του.
…(έπειτα) γράφεις: «Νομίζω πως βασιζόμενος μόνο στα κείμενα και των δύο [μπλόγκερς], δύσκολα συμπεραίνεις το ανθρώπινο πρόσωπό τους, την αύρα τους».
Οπότε τι συμβαίνει τελικά;
Είμαστε αυτό που δείχνουν τα μπλογκ μας, είμαστε αυτό που κρύβουν τα μπλόγκ μας, είμαστε δεν είμαστε τίποτα δεν είμαστε βρε;

*


Φαίνεται όντως οξύμωρο και αντιφατικό το σχήμα. Αν τα μπλογκς αποκαλύπτουν τη βαθύτερη ουσία μας, γιατί δεν σκιτσάρεται αποτελεσματικά το ανθρώπινο πρόσωπο των δημιουργών τους;

Άσχετο: μεταφέρω εδώ αυτή την (και καλά) απάντηση κυρίως γιατί θέλω να αναφερθώ σε μια πρόσφατη εμμονή μου με έναν αξιόλογο κύριο.

Ο Aldo Carotenuto λοιπόν, στο Αγάπη και Προδοσία (με υπότιτλο: εγκώμιο σχεδόν της προδοσίας) - σημειώνει πως μεγαλώνοντας καταλαβαίνουμε ότι ο ύψιστος βαθμός αυθεντικότητας επιτυγχάνεται μόνο όταν αποφεύγουμε να ταυτιστούμε μ’ αυτό που οι άλλοι σκέφτονται για μας.




Μοιάζει εντυπωσιακό. Για να απελευθερώσεις βαθύτερες δυνάμεις, για να φτάσεις πιο κοντά σε έναν δικό σου συστατικό πυρήνα , πρέπει (ενδεχομένως) να προδώσεις την εικόνα του εαυτού σου που σε συνοδεύει δια βίου, διαμορφωμένη εν πολλοίς και από τις προσδοκίες των άλλων. Εικόνα-αντανάκλαση του οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος, ενταγμένη σε ασφυκτικό χώρο και χρόνο, πολιτισμικά ορισμένη.

Αυτό μου θυμίζει κάπως και το χριστιανικό (ορθόδοξο; πατερικό; γιανναρικό;)ανάγκη vs ελευθερία. Αν το φυσικό μας πρόσωπο δεσμεύεται σε βιολογικούς προκαθορισμούς / κοινωνικούς καταναγκασμούς / μέριμνες ζωής, ένα άλλο πρόσωπο, ένας άλλος "εαυτός" έχει ανάγκη να ιδρύσει μια νέα «φύση», αυτήν της ελευθερίας από τον καταναγκασμό (απ' ό,τι ξέρω, στο έδαφος αυτής της ελευθερίας φυτρώνει ιδανικά και η πίστη).

Τηρουμένων των μεγεθών και των αναλογιών, ας πούμε ότι το μπλογκ είναι ένας προνομιακός χώρος τέτοιας ελευθερίας, όπου ξεσαλώνουν οι βαθύτερες επιθυμίες και η δημιουργικότητά μας. Μπορεί να φαίνεται απλοποιητική η προσέγγιση και μια συστηματική λογική επεξεργασία να μας οδηγεί σε άπειρους αυθεντικούς και αναυθεντικούς εαυτούς, όμως νομίζω πως η πρώτη μας αίσθηση-αντίδραση (ακόμα και στην πρόχειρη διατύπωσή μου περί βαθύτερης ουσίας μας), είναι ενδεικτική: ναι, εκεί, είμαι πιο πολύ ο εαυτός μου.




"Η τέχνη του να γίνουμε ο εαυτός μας δεν ενθαρρύνεται από τη συλλογική λογική που, στραμμένη καθώς είναι στη διατήρηση της ομοιομορφίας, βλέπει τη διαφορετικότητα και τη διαφοροποίηση ως απειλή. Γι’ αυτό, από τη γέννησή μας μπορεί να νιώσουμε παράξενα ξένοι, παρείσακτοι, απρόσκλητοι, χωρίς δικαιώματα ιθαγένειας στην πραγματικότητα.
Στη διάρκεια της ζωής μας, καθώς οι σχέσεις πληθαίνουν, αυτή η εντύπωση ότι δεν έχουμε δικαίωμα σε ένα χώρο, τον δικό μας χώρο, μπορεί να γίνει σταδιακά εντονότερη, να εμπνεύσει το καφκικό αίσθημα του ανθρώπου που τα «πιστοποιητικά του δεν είναι εντάξει» Ακριβώς, όμως, η επίγνωση της αποξένωσης, η διεκδίκηση της «θέσης μας στον ήλιο», η γνώση της μοναδικότητας και της διαφορετικότητάς μας είναι αυτά που ανοίγουν το δρόμο για την εξατομίκευση."

Aldo Carotenuto, Αγάπη και Προδοσία, εκδ. Ίταμος, σελ 34.



Από το παραπάνω κρατάω εκτός των άλλων και ότι το να γίνεις ο εαυτός σου είναι τελικά, μια τέχνη.

25.7.08

टेस्ट Άχρηστη είδηση (εμπλουτισμένη)

Από τους 27 καταγεγραμμένους θερινούς αναγνώστες της γκλίτερ παραγωγής vita moderna, οι 13,5* έχουν ήδη φύγει για διακοπές. Από τους εναπομείναντες, οι δέκα έκαναν το χρέος τους για τον μήνα Ιούλιο, συνεπώς, ακολουθώντας τον ρυθμό ανανέωσης των ποστ, είναι λογικό να ξαναπεράσουν από εδώ τον Δεκαπενταύγουστο. Καλές βουτιές, γκάιζ.

Τελικά τους δυο-τρεις που ενδέχεται να αφορά η πληροφορία πιο εύκολο είναι να τους πάρω ένα τηλέφωνο. Δικοί μου άνθρωποι είναι, δεν παρεξηγούν.
-----
*Φθαρμένο αστειάκι-κλισέ για την ευκολία του οποίου θα ντρέπομαι αργότερα.

*


Πάντως την εκπομπή πλαισιώνουν χρυσές επιτυχίες των σίξτις, γουιδ σάμερτάιμ αρόμα.


Κατεβασιά: Os grilos (the crickets sing for annamaria)_Walter Wanderley

*




Το κομμάτι: More_Gary Mcfarland

*




Εδώ: Ma Que Nada_Chris Waxman

*




Κι εδώ: El Cumbanchero_Los machucambos

Αύριο Σάββατο, στη μία το μεσημέρι, Σκάι 100,3. Τρία πουλάκια κάθονταν. Για φανατικούς αργόσχολους.

Την επιείκιά σας, άρχοντες.

***


Updated
Η τεχνολογία φρόντισε να μνημειώσει τα μνημεία:



[του κουτσόμπολάιζ ε μπιτ, να πούμε ότι ήπιαμε καφέδες πριν (ώστε να λυθούν οι κόμποι) και μπύρες μετά (ώστε να λυθούν τα μέλη). Ο Πιτσιρίκος διαθέτει μια φυσική, ανθρώπινη ζεστασιά- κάνει καλαμπούρια, χαιρετάει εγκάρδια τους εργαζόμενους, θέλει να πληρώνει πάντα εκείνος. Έχει εξαρχής ένα θετικό κόλλημα με την πάρτη μου, μού πετάει διάφορα συγκινητικά και γενναιόδωρα, με σπρώχνει να κάνω πράγματα.
Ο Οld boy είναι πλάσμα άλλου κόσμου, εντυπωσιακό μείγμα ήθους και συστολής, πραγματικός αντιστάρ. Νομίζω πως βασιζόμενος μόνο στα κείμενα και των δύο, δύσκολα συμπεραίνεις το ανθρώπινο πρόσωπό τους, την αύρα τους. Τέλος πάντων, στην εκπομπή στήνουν μια συμπαιγνία οι δυο τους ώστε να παρουσιαστώ ως μέγας γκουρού του μπλόγκινγκ- πράγμα σκανδαλωδώς ανυπόστατο και παραπλανητικό. Ενδεικτικό, όμως, όσων υποστηρίζω γι' αυτούς.

Ξαφνιάστηκα με τις προσωπικές ερωτήσεις- είχα μπει σε άλλο κλίμα, νόμιζα πως θα συνεχίζαμε να μιλάμε περί ανέμων και υδάτων…Χόρευα και με το κομματάκι της αρχής…ξαφνικά έπρεπε να πω ποιος είμαι, τι κάνω και γιατί!… πάντως το όλον ήταν αυθόρμητο και χαλαρό. Τόσο, που ούτε ένα ευχαριστώ δεν προλάβαμε να πούμε στον άνθρωπο που μας κάλεσε. Του το λέμε τώρα, που είμαστε ψυχραιμότεροι. Καλή συνέχεια pits.]

23.6.08

Σαρανταπέντε Οιδίποδες (κι εξηνταδυό Αμλέτοι)

Φέτος μάλλον σύρθηκα στις παραστάσεις -πήγα επειδή μου έβγαλαν άλλοι εισιτήριο. Οπότε η γκρίνια μπορεί να αποδοθεί και σε κακή διάθεση ή κορεσμό. Πάντως κάθε φορά στις μπύρες που ακολουθούν, ψιλοσυμφωνούμε διάφοροι πως: δεν.



Γενικά είναι αστείο να πιστεύουμε ότι για τη συμμετοχή μας στα θεάματα αρκεί μόνο ένα μυαλό και μια καρδιά (που πάλλεται από συγκίνηση). Κατά περίπτωση μπορεί κέντρο της παράστασης να γίνει η ουροδόχος κύστη. Και η καρέκλα που κάθεσαι και το εισιτήριο που πλήρωσες και το κρύο / η ζέστη, έχουν τη σημασία τους. Ιδίως αν αυτό που βλέπεις μοιάζει με κουρσάκι που τρέχει μόνο του σε άδειες πίστες. Θα εξηγηθώ, ελπίζω, παρακάτω.

Στον Άμλετ του Wooster group ο πρώτος εκνευρισμός ήρθε από την έλλειψη υπερτίτλων. Χάζευα τους παγιδευμένους θεατές να πλέουν στον ωκεανό των σαιξπηρικών αγγλικών (σε νεοϋορκέζικη εκφορά) - ώρα επτά το απόγευμα, με τον ήλιο στις λαμαρίνες της Πειραιώς. Τον εαυτό μου λυπόμουνα, αλλά έριχνα και ματιές αλληλεγγύης γύρω μου. Ανά τέταρτο της ώρας μάς προσφερόταν ψήγμα κειμένου σε μετάφραση, ώστε να θυμόμαστε σε τι ακριβώς ΔΕΝ έχουμε πρόσβαση.*

Η παράσταση χτίζεται πάνω στην κινηματογραφική εκδοχή του 1964 με τον Ρίτσαρντ Μπάρτον, η οποία παίζει καθ’ όλη τη διάρκεια σε background projection. Πολύ ενδιαφέρουσα ιδέα. Έργα τόσο κεντρικά της δυτικής κουλτούρας όπως ο Άμλετ, ενσωματώνουν πλέον και τις αποδόσεις τους, άρα μπορείς να τις πάρεις σοβαρά υπόψη σου στο ανέβασμα, να παίξεις μ’ αυτές.
Πράγματι η σκηνοθέτις παίζει. Αναλαμβάνει το τιτάνιο (δεν κάνω πλάκα) έργο να αναπαραστήσει επί σκηνής την ταινία. Οι ηθοποιοί μιμούνται συνεχώς (μα ΣΥΝΕΧΩΣ) τις κινήσεις των συναδέλφων τους υιοθετώντας μια ιδιόμορφη κινησιολογία μικροαιωρήσεων, μαζί με φαστφόργουαρντ και ριγουίντ εκρήξεις, κατά την αίσθηση του παλιωμένου φιλμ με τις στιγμιαίες αναπηδήσεις, τα κενά, τις επικαλύψεις του. Ακόμα περισσότερο: οι ηθοποιοί στήνουν επακριβώς τα πλάνα της ταινίας μετακινώντας οι ίδιοι το σκηνικό κατά τη διάρκεια της δράσης ώστε να πετύχουν τη φιλμική γωνία λήψης.



Τρομερό εύρημα αλλά πρέπει να δεις την έντασή του για να το καταλάβεις: οι μονόλογοι και οι διάλογοι διακόπτονται διαρκώς (μα ΔΙΑΡΚΩΣ) για να αλλάξουν θέση τα πρόσωπα, τα τραπέζια οι καρέκλες. Και ενώ το κινηματογραφικό μοντάζ λειτουργεί δια της (αυτο)απόκρυψης, εδώ μετατρέπεται σε κεντρικό στοιχείο για πάνω από δύο ώρες. Δυστυχώς έτσι, κάτι που αρχικά αναγνωρίζεις ως ευφυές, στη χιλιοστή επανάληψή του αδυνατίζει μέχρι εκμηδενίσεως. Γέλασα αυθόρμητα πολλές φορές (οι ηθοποιοί πετάγονται σαν να τους τσιμπάει μύγα, ζυγίζονται δεξιά-αριστερά, γίνονται θέατρο σκιών) αλλά δεδομένου ότι οι γύρω μου παρακολουθούσαν απορροφημένοι δεν ήξερα αν προβλεπόταν τόσο γέλιο από τη διεύθυνση. Μέχρι το τέλος αναρωτιόμουν αν πρόκειται για ολοκληρωμένη παρωδία ή όχι. Σ’ αυτή την λεπτή κόψη του σπαθιού (και του νοήματος) κινείται συνολικά η παράσταση.

Είναι σαφές ότι μιλάμε για πλήρη αποδραματοποίηση. Δεν υπάρχει πρόθεση να συγκινηθεί κανένας (ηθοποιός ή θεατής) ή να βουτήξει στην ιστορία- αυτά θεωρούνται πασέ και ίσως καλά κάνουν. Το στυλ είναι κυρίαρχο, η αισθητική αποθεώνεται. Αλλά καθώς η κατεύθυνση είναι μονόδρομη, ευθύγραμμη και χωρίς στόχευση, ξαφνικά, εκεί που προσπαθείς και προσπαθείς να εφεύρεις ένα σοβαρό λόγο για να σ’ αρέσει (πέραν της φόρμας), ένα σταθερό σημείο να κρατηθείς, τσακ, το όλον καταρρέει πανηγυρικά και μια απέραντη πλήξη (το κουρσάκι που λέγαμε) σε κυριεύει… πλέον είσαι μόνος σου σε έναν ατελείωτο διάδρομο δίχως πόρτες και κρυμμένα μυστικά. Και έχεις όλο το χρόνο να σκεφτείς τι είδους εμμονή είναι αυτή με τις αέναες διασκευές ενός λαϊκού θεάτρου όπως το σαιξπηρικό ή το αρχαιοελληνικό, θέατρο που στηρίζεται τόσο πολύ στην τεράστια χειρονομία και τον ποιητικό του λόγο και την ιεροπραξία (στοιχεία προς τα οποία τρέφουμε σήμερα σχετική έως πλήρη απώθηση) και τι είδους νέοι θεατές είμαστε εμείς, τι είδους (μη) συγκίνηση προσπαθούμε να αποσπάσουμε από (άλλη μια) επιμελημένη άσκηση ύφους, από (άλλο ένα) θεατρικό εργαστήριο λεπτών απολαύσεων και εγκεφαλικής γκουρμέ.




Μου τη δίνει η κατεδαφιστική κριτική, ιδίως όταν πρόκειται για έργο ανθρώπων που πάσχισαν και ίδρωσαν, κριτική η οποία συνήθως οχυρώνεται πίσω από μια κρυφοφασίζουσα λογική του μέσου όρου και φτιάχνεται με τα ίδια της τα λόγια. Βρίσκω πολύ εύκολο και φτηνό ένα κείμενο που αρθρώνεται γύρω από εκφράσεις τύπου «μην τρελαθούμε τώρα» και «έλεος». Αλλά κάπως πρέπει να μιλήσεις (όχι πάντως έτσι) για την αίσθηση του κενού που αφήνει εκείνη η θεατρική πράξη η οποία αναζητά ασυλία σε μια σημειολογία της πρωτοπορίας χωρίς να μπορεί να κρύψει τη διάχυτη αμηχανία της και την έλλειψη οράματος. Υπάρχουν φυσικά και οι αποτυχίες, δεν είναι όλα προς θάνατο. Ας μην με πιάνει η γενίκευση και η εσχατολογία. Το Wooster group φημίζεται για τις εξαιρετικές δουλειές του.

[Γενικά δεν ξέρω τι θέλω. Τον εγκλωβισμό μου σ’ ένα θεατρικό ανικανοποίητο μπορεί να χαζέψει κάποιος- αν θέλει να κόψει φλέβες- στην υπερπαραγωγή που ανέβασα προ διετίας. (1, 2, 3, 4, 5) ]

Και επειδή οι κρίσεις είναι εντελώς υποκειμενικές, διαβάστε δυο θετικότατες και σεβαστές κριτικές για την παράσταση, εδώ και εδώ.(κριτική του Μ. Μιχαήλ, Lifo 19/6-σελ.18, δεν τη βρίσκω online). Πολύ θα ήθελα να δω κι εγώ έτσι τα πράγματα. Ειλικρινά.

*



Στο κοινό ήταν και ο Μαρμαρινός, ξανθός Άμλετ κι εκείνος, την εκδοχή του οποίου είχα παρακολουθήσει πριν χρόνια με μεγάλο ενδιαφέρον. Ήγουν τουτέστι δεν φταίνε οι πρωτοπορίες αλλά το βλέμμα- αν και ο Μαρμαρινός συγκρινόμενος με άλλους φαντάζει σήμερα παλιομοδίτης. Εννοώ ότι παρότι θα υπέγραφε μια τέτοια παράσταση στα επιμέρους, δεν θα εξόριζε ποτέ τη συγκίνηση. Την ίδια αρχή ακολούθησε και στο «Πεθαίνω σα χώρα» όπου ο λυρισμός του δούλευε σαν ενοποιητικό στοιχείο και συγκολλητική ουσία (των παθημάτων της χώρας), ήτοι του ενός ταλαίπωρου σώματος, το οποίο και ενσάρκωσαν ευφυώς δεκάδες κομπάρσοι, δηλαδή πάλι εμείς.

(Θεούλη μου, δεν θα τελειώσει ποτέ αυτό το ποστ…)

(συνεχίζεται με gospel at Colonus)

-------------
*Δεν θεωρώ ένα τέτοιο κείμενο δευτερεύον ή δεδομένο. Αντίθετα, πολλή ουσία και ανανέωση και πρωτοπορία βρήκα στην τολμηρή κίνηση του Χειμωνά, να αφαιρέσει το ερωτηματικό από τη φράση «to be or not to be?» επιστρέφοντάς της το χαμένο νόημα: Να ζεις. Να μη ζείς...

22.6.08

Είμαστε δυο είμαστε τρεις (ολίγη παράδοση ακόμα)

O Δ. Μαρωνίτης σχολιάζει στην προηγούμενη καθώς και στη σημερινή του επιφυλλίδα τη λαθροχειρία που επιχειρήθηκε στο κείμενο του Σεφέρη, παραπέποντας σε κείμενο του φιλολόγου από τα Χανιά, Γιάννη Μαργιούλα.

[ δεν διαβάζει vita moderna ο παλιός μου δάσκαλος. :-( ]

O Γιάννης Χάρης, επιχειρεί την υπέρβαση.

5.6.08

Ωραία, παραδοσιακά θέματα για νέους.



Βατό ήταν και φέτος το θέμα της έκθεσης των Πανελληνίων (δόξα σοι ο θεός) αλλά με μια πρωτότυπη αντιστροφή στην πατροπαράδοτη γκρίνια, από την εποχή της ευδοκίμησης και αρωγής. Η Ένωση Φιλολόγων θεώρησε πως οι διευκρινίσεις λέξεων που δόθηκαν πάνω στο κείμενο του Σεφέρη «δεν επιτρέπουν τη διαβάθμιση στην αξιολόγηση των μαθητών». Αντίθετα το Υπουργείο τις έκρινε αναγκαίες «λόγω της ψυχολογικής πίεσης των μαθητών και της συμμετοχής αλλοδαπών διαγωνιζομένων.»

Επ’ αυτού πρόλαβα να δω τον Σαράντο Καργάκο να διαμαρτύρεται στο Μέγκα: του χρόνου φοβάται ότι θα δοθούν μεταφράσεις λέξεων στα αγγλικά και στα αλβανικά! Ο κ. Καργάκος, πέρα από τις πολιτίκαλυ κορέκτ διατυπώσεις του, χειρίζεται συστηματικά από τηλεοράσεως θέματα γλωσσικής έκπτωσης-κρίσης αξιών- «αλλήθωρης νεολαίας». Το εκθεσιολόγιο από το οποίο διάβαζα για πανελλήνιες ανθολογούσε κείμενά του (μαζί με Παπανούτσο- Γιανναρά) ενώ διακόσια χρόνια μετά συναντάμε τα ίδια θέματα, τα ίδια πρόσωπα, την ίδια χώρα που αργοπεθαίνει (Finis Graeciae).

Συγκεκριμένα, έτη οκτώ μετά μιλένιουμ, την προσοχή μας αποσπά η ερμηνεία των λέξεων και όχι το ίδιο το θέμα και η εξαντλημένη κινδυνολογία του, το αφόρητο déjà vu που δημιουργεί η στερεοτυπική του οπτική. Ένας τελειόφοιτος Λυκείου, ο οποίος, σημειωτέον, έχει βουτήξει στο ίντερνετ από το νηπιαγωγείο και έχει υποστεί δυο τρεις φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις εξορθολογισμού της εκπαίδευσης, καλείται στην ύστατη γλωσσική δοκιμασία της αποφοίτησής του να καταγράψει «τις αιτίες για τις οποίες πολλοί νέοι έχουν απομακρυνθεί από την παράδοση και να προτείνει τρόπους επανασύνδεσης μ’ αυτήν». Προσοχή. Δεν του ζητείται η διερεύνηση των όρων και προϋποθέσεων που αποδεικνύουν δημιουργική τη σχέση μας μαζί της (ώστε ο μαθητής να παραπέμψει στον Θανάση Παπακωνσταντίνου και να καθαρίσει). Αντίθετα, και ενώ υποτίθεται πως εξετάζεται η κριτική σκέψη και η ικανότητα του να επιχειρηματολογεί, οι προκείμενες θεωρούνται δεδομένες: Κάποιοι νέοι φύγανε (από πού ακριβώς;) και κάπως πρέπει να επιστρέψουν (σε τι άραγε;)

Μια διαχρονική ρητορική με εξάρσεις ποιητικού μεγαλείου διαχέεται από τα φροντιστήρια-κολοσσούς προς τη μαθητιώσα νεολαία, στοιχειώνοντας τις νεανικές συνειδήσεις των υποψηφίων. Η φρασεολογία και η λογική της είναι γνωστή: ο κόσμος πάει κατά διαόλου, οι αξίες ευτελίζονται, οι θεσμοί διαβρώνονται, η γλώσσα εκπίπτει, το άτομο συνθλίβεται/ εξανδραποδίζεται/ εξαχρειώνεται / αλλοτριώνεται μέσα στη ζούγκλα των μεγαλουπόλεων, στις κοινωνίες του καταναλωτισμού, των εμπορευματοποιημένων σχέσεων και της δικτατορίας της σάρκας (sic), όπου κυριαρχεί ο υλικός ευδαιμονισμός, η τεχνοκρατία, ο μηδενισμός, ο ατομικισμός, ο μιμητισμός, τα λάθος πρότυπα. Υπαρκτικό κενό, έλλειψη ιδανικών, υποβάθμιση της ζωής, μοναξιά, απελπισία, νευρώσεις, ηθικός μαρασμός. (Φόβος, τρόμος, τριγμός των οδόντων.) Άκουσα τη φιλόλογο να δίνει αμέσως τις «σωστές απαντήσεις» και τα θυμήθηκα. Τρόμαξα, ήθελα να πω.

Ο κόσμος γυρίζει τούμπα, η αλυσίδα του DNA ξεδιπλώνεται, τα windows έφτασαν στα vista αλλά η «ύλη» της έκθεσης δεν έχει ανάγκη για update. Να για παράδειγμα, το θέμα εισαγωγικών του 1973: «Η ηθική και πνευματική τοποθέτησις του ανθρώπου έναντι των νέων μορφών της τεχνοκρατούμενης ζωής.» (Αν η Ελλάδα με τα κάρα της και τα μουλάρια της τεχνοκρατούνταν, σκέψου τι έχει πάθει σήμερα)
Θέμα εισαγωγικών του 1971: «Η έναντι της μηχανοποιήσεως του τρόπου ζωής σημασία του ανθρωπίνου παράγοντος»
Με λίγα λόγια είναι πολύ πιθανό γονιός και παιδί να εξετάστηκαν στο ίδιο ακριβώς ζήτημα, με διαφορά 40-50 χρόνων. Είναι ωραίο αυτό, γεφυρώνει αυτόματα το χάσμα των γενεών, δημιουργεί την αίσθηση της γειτονίτσας (που ήταν πάντα η Ελλαδίτσα) και επιτρέπει έναν πιο ενεργητικό-συμμετοχικό ρόλο σε μπαμπά και μαμά που ξεροσταλιάζουν έξω απ’ τα κάγκελα. Δείχνει επίσης πως, αντίθετα με τα θρυλούμενα, δεν υπάρχει καμία διακοπή στην παράδοση της όμορφης αυτής θεματολογίας.
Κι αν βασανίσουμε λιγάκι τα αυτονόητα, αλήθεια, από ποια παράδοση απομακρύνονται οι νέοι; Μήπως δεν φτιάξανε χαρταετό με καλάμια και αλευρόκολλα αλλά τον πήραν έτοιμο; Δεν φάγανε λαγάνα αλλά μαύρο πολύσπορο; Δεν ανοίξανε φύλλο για τυρόπιτα; Δεν βάψανε με ασβέστη το σεμνό τενεκέ της μπιγκόνιας; Μήπως συνηθίζουν να κάθονται την ώρα του Ακάθιστου; Δεν χρησιμοποιούν τόνους στα sms; Δεν πίνουν ρετσίνα / δεν τρώνε φέτα / δεν ακολουθούν τη σωτήρια κρητική διατροφή; Μήπως δεν χορεύουν και τον Μαλεβιζιώτη;

Αν αυτά ακούγονται φαιδρά, ας καταφύγουμε σε λίγη στατιστική. Στο άρθρο των Νέων της Πέμπτης 22 Μαΐου με τίτλο «Η Εκκλησία νικάει τα κόμματα» παρατίθεται έρευνα της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας σύμφωνα με την οποία η Εκκλησία και οι θρησκευτικές εκδηλώσεις προσελκύουν τους περισσότερους, από οποιαδήποτε άλλη δημόσια κοινωνική εκδήλωση ή δραστηριότητα. Οι ηλικίες από 16-24 μετέχουν στην εκκλησιαστική ζωή σε μεγάλο ποσοστό ενώ σύμφωνα με το άρθρο η στροφή στη θρησκεία δεν είναι ελληνικό φαινόμενο. Αν και δεν χρειαζόταν η έρευνα για αυτές τις διαπιστώσεις, επιβεβαιώνεται πάντως η διάχυτη αίσθηση. Με προσαρμοσμένα τα χάμπουργκερ σε big extra sarakosti δεν έχουμε ακριβώς απομάκρυνση από την (θρησκευτική) παράδοση αλλά πλήρη ενσωμάτωσή της.

Ας δούμε, τέλος, το κείμενο του Γ.Σεφέρη που προτάσσεται. Το απόσπασμα προέρχεται από ομιλία του στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, τον Απρίλιο του 1964 και έχει τίτλο «Η γλώσσα στην ποίησή μας». Οι πληροφορίες αυτές δεν δίνονται στους μαθητές, έχει μάλιστα παραλειφθεί η πρότασή του «είμαστε τώρα μέρος της λογοτεχνίας της Ευρώπης…», υποθέτω για να μην αποπροσανατολιστούν οι υποψήφιοι από τα ζητούμενα.

Φυσικά ο ποιητής δεν γράφει εν κενώ ούτε χαράσσει τις δέκα εντολές. Μιλάει σε ανθρώπους του καιρού του και, προτάσσοντας το βίωμά του, θέτει αιτήματα ουσιαστικής κατανόησης και ανασκαφής της παράδοσης. Η χώρα μετά τους πολέμους προσπαθεί να βρει τον βηματισμό της στη σύγχρονη εποχή, στρέφεται πυρετικά προς τον έξω κόσμο και ο Γ.Σεφέρης αναφερόμενος σε ζητήματα γλώσσας, τέχνης και πολιτισμού επισημαίνει την ανάγκη αυτοσυνειδησίας και σύνδεσης με τη ρίζα. Ακριβώς πριν από το απόσπασμα που δόθηκε στους μαθητές σημειώνει: «Παράδοση δεν σημαίνει απαρίθμηση και μνείες παλαιών τίτλων αλλά έργα που ζουν και γονιμοποιούν τη δημιουργική φαντασία των σημερινών ανθρώπων». Δεν έχει βεβαίως υπόψη του τα όργια που θα ακολουθήσουν (στο όνομά της) ακριβώς τρία χρόνια αργότερα, την καταδυνάστευση του Ελλάς Ελλήνων χριστιανών και του πατρίς-θρησκεία-οικογένεια . Και φυσικά δεν πρόλαβε να δει ούτε τις αναπαλαιώσεις, τις ευκολίες και το φολκλόρ της δεκαετίας του ογδόντα ή ακόμα περισσότερο τις απλοποιήσεις, τη φοβική αναδίπλωση και τη συνθηματολογία της δεκαετίας του αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου.
Αλλά αυτό από μόνο του αποτελεί άλλο μεγάλο «θέμα», για κάποιες πολύ μακρινές Πανελλήνιες του μέλλοντος.

Athens Voice, 5-06-2008.



-----
Υ.Γ. Μικρό update στα σχόλια.

23.5.08

Usavision

Η επιλογή κατεβαίνει από εδώ: The blue tune.

Ακολουθεί φύλλο πορείας και μάνιουαλ:



1. The sidewinder (7:31) (Lee Morgan) από τον δίσκο The sidewinder LEE MORGAN. Η αρχή, ως είθισται, σε upbeat κλίμα. Lee Morgan, trumpet / Joe Henderson, tenor saxophone / Barry Harris, piano / Bob Cranshaw, bass / Billy Higgins, drums. Τα ατομάκια παίζουν χωρίς να φωνάζουν αλλά η χαρά τους δεν κρύβεται. Η τρομπέτα είναι κυρίαρχη, ο ρυθμός κυλιστός, ο μήνας έχει εννιά. Είναι μόλις 1963 και η ανθρωπότης ελπίζει. Η σύνθεση λάμπει από εσώτερο φως, το μηχανάκι αστράφτει στον ήλιο.

*




2. Softly as in a morning sunrise (S. Romberg-O.Hemmerstein) από τον δίσκο Sonny Clark Trio, SONNY CLARK TRIO. Sonny Clark, piano / Paul Chambers, bass / Philly Joe Jones, drums. Περάσαμε στο κρυφό θέμα της κομπιλέισον, το πιάνο. Εδώ η πολυαγαπημένη μου σύνθεση από τον πολυαγαπημένο (και στα 33 του μόλις χαμένον ) Sonny Clark. Τι να πεις γι’ αυτό το κομμάτι κι αυτόν τον άνθρωπο. Ελεύθερο και συγχρόνως ελεγχόμενο, στακάτο, αισθαντικό παίξιμο. Ευαισθησία χωνεμένη, χωρίς ξεχειλώματα. Uptempo διάθεση αλλά και μελαγχολία στον παρονομαστή. Κορυφαίο.

*




3. Bouquet (Bobby Hutcherson) από τον δίσκο Happenings, BOBBY HUTCERSON.Bobby Hutcherson, vibes, marimba / Herbie Hancock, piano / Bob Cranshaw, bass / Joe Chambers, drums. Η πρώτη οχτάλεπτη βουτιά της συλλογής, για να ξέρουμε και προς τα πού πηγαίνουμε. Το κομμάτι φτάνει σε τέτοια επίπεδα ψιθύρου που αναρωτιέσαι αν πράγματι ακούς κάτι ή το φαντάζεσαι. Είναι οι αρμονικές από τα vibes του Hutcerson, ένα κλίμα εσωστρέφειας υπό την επιρροή της ψυχεδέλειας- είμαστε και στα 1967. Όταν αναδύεται και βγαίνει μπροστά το πιάνο του Hancock, εκεί γύρω στο 5΄ και κάτι, φεύγεις ταξίδι one way. Και τέλειο εξώφυλλο.

*




4. Autumn Leaves (10:55) (J.Kosma-J.Mercer) από τον δίσκο Something else, CANNONBALL ADDERLEY. Miles Davis, trumpet / Cannonball Adderley, alto saxophone / Hank Jones piano / Sam Jones, bass / Art Blakey, drums.
Όλος ο καλός κόσμος και φυσικά πρωταγωνιστής είναι η τρομπέτα του Davis, (δίνει πάντα αυτό το μελάνκχολυ-γουέτ κλίμα.) Παρότι δίσκος του Adderley, το σαξόφωνο μού φαίνεται μάλλον ο αδύναμος κρίκος εδώ- το πιάνο, αντίθετα, μεγαλουργεί.

*





5. Sighin’ and cryin’ (5:22) (Horace Silver) από τον δίσκο Song for my father. HORACE SILVER. Carmell Jones, trumpet / Joe Henderson, tenor saxophone / Horace Silver, piano / Teddy Smith, bass / Roger Humphries, drums. Κίνηση στρατηγικής ως προς τη δομή της κομπιλαθιόν. To πιάνο, σε bright blue διάθεση, δουλεύει σαν τελευταία ανάσα πριν τον δεκαπεντάλεπτο λαβύρινθο που ακολουθεί. Το δισκάκι θεωρείται must για την τζαζ κοινόητα- προσωπικά μου πέφτει λίγο φωτεινό.

*




6. Idle moments (14:52) (Duke Pearson) από τον δίσκο Idle Moments GRANT GREEN. Joe Henderson, tenor saxophone / Bobby Hutcerson, vibes / Grant Green, guitar / Duke Pearson, piano / Bob Cranshaw, bass / Al Harewood, drums. Αν το παρακολουθήσεις ολόκληρο προσηλωμένος, κατεβαίνεις ως τις συχνότητες δέλτα. Αν δεν καταφέρει αυτό το κομμάτι να σε χαλαρώσει / κοιμίσει / ανοίξει στο όνειρο, φοργκέτ ιτ, τίποτα δεν μπορεί. Είσαι σε φάση Γιούρο-βίζιον.


*




7. Peace piece (Bill Evans)(6:43) από τον δίσκο Everybody Digs Bill Evans BILL EVANS TRIO. Bill Evans, piano / Sam Jones, bass / Philly Joe Jones, drums. Στην αρχή νομίζεις πως είναι απλώς νότες που παίζει το πιάνο στο σκοτάδι…υπάρχει πολύς αέρας ανάμεσά τους, η σύνθεση φαίνεται χαλαρή. Αυτή είναι η τεχνική του Evans και το κομμάτι, αν του παραδοθείς, σου εντυπώνεται βαθιά. Εκεί θέλεις αργότερα να επιστρέψεις, σαν να έχουν μείνει ανοιχτοί λογαριασμοί… Μέγας καλλιτέχνης, ο καλλιτέχνης.

*




8. Soul lament (2:39) (Kenny Burrell) από τον δίσκο Midnight Blue KENNY BURRELL. Stanley Turrentine, tenor saxophone / Kenny Burrell , guitar / Major Holley jr., bass / Bill English, drums / Ray Barreto, conga. Θα έκλεινα με τον Bill Evans, αν δεν ήταν αυτό το δίλεπτο gloomy sunday κομμάτι του Burrell…Όποιος έχει παίξει αργά το βράδυ κιθάρα στο δωμάτιό του, θα καταλάβει. Ήχος ζεστός- μαγικός αλλά και βαθιά μελαγχολικός, μέχρι δακρύων.




(Εννοείται ότι κατεβάζετε το ζιπαρισμένο αρχείο, φτιάχνετε ένα σιντάκι και ακούτε τα κομμάτια με τη σειρά, σαν άνθρωποι. Σε περίπτωση αυτενέργειας, αποσπασματικής αντιμετώπισης κλπ παύει να ισχύει η εγγύηση και η εμπιστοσύνη αποσύρεται. Μη με κρεμάσετε. Μια βδομάδα το στριφογυρίζω, αλλαλαχούι.)

Στη xilaren.

14.5.08

ElectroMediaWorks '08

"Το πρώτο διεθνές φεστιβάλ mixed media και ηλεκτρονικής μουσικής με αφιερώματα στους Karlheinz Stockhaousen και Ιάννη Ξενάκη, με προσκεκλημένους μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της ελληνικής και διεθνούς σύγχρονης μουσικής, με 40 συναυλίες, με installations και video art. Η Αθήνα μετατρέπεται για πέντε μέρες σε γερμανική πόλη της απόλυτης ηλεκτροακουστικής πρωτοπορίας."

Μιχάλης Πιτένης, Athens Voice, 15 Μαΐου 2008.






Ξεκινάει σήμερα Τετάρτη το Φεστιβάλ ElectroMediaWorks '08 (ως την Κυριακή 18) με ελεύθερη είσοδο, και καθημερινά στις 18.00 - 00.30 στον βιομηχανικό χώρο «Αποθήκη-Art Factory» Λαμίας 6 και Πειραιώς (απέναντι από την Πειραματική Λυρική Σκηνή). Αφορά έργα που συνδυάζουν τεχνολογία ήχου και εικόνας (mixed media), ένα εντατικό πενθήμερο πρόγραμμα αποτελούμενο από διεθνείς παραγωγές. Περισσότεροι από 200 συνθέτες, performers, video artists και sonic artists από 20 χώρες θα φέρουν σε επαφή διαφορετικές μορφές τέχνης και σύγχρονες αντιλήψεις.



Η Μαρία Αλ. και τα παιδιά του Κέντρου Μουσικής Σύνθεσης και Ερμηνείας είναι φίλοι και τα έχουν δώσει όλα για αυτό το Φεστιβάλ. Πρόκειται σαφώς για προσπάθεια αφιλοκερδή με κατεύθυνση και άποψη για τη σύγχρονη μουσική (με κέντρο το λιγότερο προβεβλημένο, εναλλακτικό ρεύμα της)

Επίσημοι Προσκεκλημένοι: Θεόδωρος Αντωνίου, Γιώργος Κουμεντάκης, Δημήτρης Καμαρωτός, Μιχάλης Αδάμης, Joel Chadabe, Carla Scalleti (Symbolic Sound Kyma), Gerard Pape, Daniel Kientzy, Reina Portuondo, Nicholas Isherwood, ΕΣΣΗΜ, το ινστιτούτο CMMAS (Μεξικό) και το ινστιτούτο IDKA (Σουηδία).

Αναλυτικό πρόγραμμα, συνεντεύξεις, περισσότερες πληροφορίες εδώ www.emw.gr.

10.5.08

Είναι καλύτερα κύριε Νίκο...

να αποφύγετε την περιοχή της Πλάκας. Έρχεστε συχνά και τα ξέρετε. Αν τελικά το αποφασίσετε, αξίζει να δώσετε κάτι παραπάνω και να πάρετε ένα κομμάτι που θα σας μείνει. Με κεχριμπαρένιο παπά και χάντρα στην υφασμάτινη φούντα.



Τώρα που το σκέφτομαι μήπως να παίρνατε ένα καλό για τις πρεσκόνφερενς και ένα για το σπίτι, σα βλέπετε τηλεόραση. Άμα είστε με κόσμο και ντρέπεστε, να το παίζετε από πίσω. Να, έτσι δα.


22.4.08

Σε περίπτωση που δεν ακούσετε το τροπάριο της Κασσιανής απόψε...

και έχετε διάθεση για κατιτίς δυτικοστρεφές πλην ορθοδοξοτραφέν, εσωτερικόν, λεπταίσθητον και ευγενές, θα ήταν χαρά μας να προσφέρωμε άνθος (ευωδίας, πάντα, πνευματικής) από το ταπεινό κηπάριον μας.


Μια γεύση (κόψε-ράψε) από το τρίτο μέρος:


Πρόκειται για τον Βασίλη Τσαμπρόπουλο στο πιάνο, ο οποίος δουλεύει εδώ με θέματα βυζαντινών ύμνων. (Περί Τσαμπρόπουλου , από συνάδελφο). Η Anja Lechner παίζει βιολοντσέλο. Οι τρεις συνθέσεις του προέρχονται από τον δίσκο της ECM Chants, Hymns and Dances, και παρεμβάλλονται σφήνα σε συνθέσεις του Gurdjief. (Να τι λένε κάποιοι ενθουσιώδεις Αμαζόνιοι.) Περισσότερα διαβάστε εκείθενε.



Τα τρία κομμάτια κατεβαίνουσι απ’ εδώθενε. (σε ανάλυση για χαϊεντάδες)

17.4.08

αντίο, αντί

Συνήθως έτσι γίνεται. Χωρίς τυμπανοκρουσίες και έκτακτα δελτία ειδήσεων, η ιστορία επιμένει να γράφεται στις λεπτομέρειες, στις πίσω μας σελίδες. Mε ένα σύντομο και σεμνό σημείωμά του ο Χρήστος Παπουτσάκης, εκδότης για 34 χρόνια του περιοδικού Αντί, αποχαιρετά τον κόσμο που συμπορεύτηκε όλα αυτά τα χρόνια στην «περιπέτεια της έκδοσης» του περιοδικού. Δεν ήταν και λίγοι. Δεκάδες πανεπιστημιακοί, διανοούμενοι, συγγραφείς, κριτικοί, σκιτσογράφοι, επιστήμονες, καλλιτέχνες και απλοί αναγνώστες συνδιαμόρφωσαν ένα μεγάλο μέρος της πολιτικής κουλτούρας της μεταπολίτευσης. Για κάποιους δεν χάθηκε και τίποτα. Για κάποιους άλλους, μια ολόκληρη εποχή (και η ζωή που συνδέθηκε μαζί της) παίρνει τώρα ένα συμβολικό τέλος. Εννιακόσια και πλέον τεύχη μετά, ο κόσμος μας είναι ένας νέος πλανήτης.


Είχε προηγηθεί η περσινή εξοντωτική επιδίκαση των 80.000 ευρώ για ένα ελάχιστο σχόλιο συντάκτη του περιοδικού, απόφαση στηριγμένη στον γνωστό νόμο περί Τύπου που έχει γονατίσει πρόσωπα και επιχειρήσεις, γιγαντώνοντας παράλληλα τη βιομηχανία των αγωγών· στόχος του πολύ συμπαθητικού αυτού νόμου είναι όσοι γράφουν δημόσια να αποκτήσουν σιγά σιγά την κλινική διατύπωση του Θοδωρή Ρουσόπουλου, αν δεν τους βρίσκεται πρόχειρη βιλίτσα για πούλημα.

Συγκινούμαι με το κλείσιμο του περιοδικού αλλά δεν είμαι και ο αρμοδιότερος να μιλήσω γι’ αυτό. Ανήκω σε μια γενιά της μεταπολίτευσης, ή έστω κατηγορία ανθρώπων, που στην εφηβεία τους εγκολπώθηκαν αυτόματα την κριτική απέναντι στην συντεταγμένη κομματική δράση, υπέρ μιας αόριστης (και βολικής, σκέφτομαι) προσωπικής ελευθερίας. Περισσότερο από τη σοβαρούτσικη αρθρογραφία της ανανεωτικής αριστεράς, μας επηρέαζε τότε η λυτρωτική αίρεση του Λεωνίδα Χρηστάκη στο Ιδεοδρόμιο ή τα ροκ μανιφέστα των Αργύρη Ζήλου και Χρήστου Δασκαλόπουλου στον ΗΧΟ (Κάποτε πρέπει να γραφτεί η ιστορία των περιοδικών στην Ελλάδα και να αποτιμηθεί η βαθιά επίδρασή τους στις νεανικές κουλτούρες).

Αλλά εκτός από μια συστηματική αριστερή αρθρογραφία, η έκδοση του Αντί στο σύνολό της μοιάζει σήμερα σαν μια μεγάλη και πολύτιμη συζήτηση για την πολιτική, την κοινωνία και τον πολιτισμό, που άνοιξε με τη μεταπολίτευση και ενέπλεξε σε μια δημιουργική αναζήτηση ταυτότητας μεγάλα τμήματα του πληθυσμού. Καθρέφτισε τη σύγχρονη ιστορία του τόπου, πολιτική και πολιτιστική, τις αγωνίες, τους ενθουσιασμούς, τις παλινωδίες, τον ευγενή στοχασμό αλλά και τον φανατισμό, το βηματισμό εν τέλει μιας κοινωνίας προς την ενηλικίωσή της. Περίεργο. Λέω ενηλικίωση αλλά δεν σκέφτομαι ακριβώς ωριμότητα, όσο μια ουδέτερη περιοχή κατευνασμένων πολιτικών παθών, πραγματισμού και ιδιώτευσης.

Το ερώτημα είναι αν αυτή η μεγάλη συζήτηση είχε ήδη ολοκληρωθεί πολύ πριν το κλείσιμο του περιοδικού. Αν ως κοινωνία έχουμε αναστείλει το πάθος των πολιτικών ή άλλων θεωρητικών αναζητήσεων υπέρ μιας ρεαλιστικής οπτικής του αποτελέσματος, όπου οι αντίπαλοι στρατοί μετρώντας εαυτούς και αλλήλους, έχουν αποσυρθεί κουρασμένοι στα στρατόπεδά τους. Ακόμα και η πρόσφατη διαμάχη περί ελληνικότητας μοιάζει με νεκρανάσταση, μια τεχνητά ξαναζεσταμένη θεματολογία όπου προσωπικές στοχεύσεις και τακτικισμοί πλέκονται με προαιώνια ερωτήματα περί του εθνικού και του παγκόσμιου. Το κοινό στις κερκίδες ξεφλουδίζει τον πασατέμπο του. Κάτι άλλο μαγνητίζει αόριστα τη σκέψη μας- πάντως όχι ο Σεφέρης και η γενιά του 30.

Υπάρχει ευτυχώς το διαδίκτυο, αυτό το αναντικατάστατο δώρο των σύγχρονων καιρών, ένα τρομερό βήμα ελευθερίας για όλους. Μάλιστα μια ομάδα φίλων και συνεργατών του περιοδικού συνεχίζει την προσπάθεια εκεί. Το πρόβλημα είναι ότι το μέσο, χαοτικό από τη φύση του, ευνοεί τον κερματισμό και τη διάσπαση, και παρότι αφήνει τις φωνές να ταξιδέψουν ελεύθερα –ποτάμια και παραπόταμοι που κυλάνε ασταμάτητα– δεν συγκεντρώνει την ενέργεια σε μια συνεκτική πρόταση με ενιαία αισθητική και ήθος. Τα μοναδικά τεύχη-αφιερώματα του περιοδικού, ας πούμε, δεν (ξανα)στήνονται στο δίκτυο.

Δυστυχώς κανείς δεν ξέρει πόσο εκτιμά ή αγαπάει κάποια πράγματα πριν να τα χάσει.
Λεπτομέρειες και δευτερεύοντα στοιχεία παίρνουν άλλες διαστάσεις στην απώλεια. Το χαρτί της έκδοσης (τσιγαρόχαρτο θα το λεγες), τα πυκνογραμμένα αυτά κείμενα σε στήλες, η απουσία χρώματος, ακόμα και η παλιομοδίτικη αισθητική του, λειτουργούσαν λιγάκι σαν αντιστάθμισμα στην τάση μας να καταπίνουμε την πρόοδο με τα φλούδια της και τα κουκούτσια της, που λέει και ο νομπελίστας.

Τα τελευταία χρόνια το περιοδικό δεχόταν κριτική για την αδυναμία του να μιλήσει με σύγχρονους όρους για μια κοινωνία που αλλάζει ταχύτατα, να επανατροφοδοτήσει δημιουργικά τη συζήτηση περί συντήρησης και προόδου. Παρ’ ότι κι εγώ τελευταία σπανίως το αγόραζα, μ’ άρεσε να το βλέπω έτσι κρεμασμένο ανάμεσα σε εκδοτικά μεγαθήρια, ευγενικό, αυτόνομο και κάπως μελαγχολικό απόσπασμα ενός κόσμου στη δύση του. Υποθέτω πως για πολλούς από μας λειτουργούσε κατευναστικά η ιδέα ότι ανά πάσα στιγμή μπορούσες να επιστρέψεις σε μια περιοχή με παρελθούσες αξίες, «να βάλεις το τεύχος κάτω από το μαξιλάρι» όπως σημειώνει παλιός αναγνώστης—λιγάκι, φαντάζομαι, σαν φυλαχτό ή σαν φετίχ μιας χαμένης νεότητας.

Μιλάω ήδη από τη μεριά της νοσταλγίας- πράγμα συνήθως άχρηστο και αναποτελεσματικό. Είναι σίγουρο πως οι εκδόσεις δεν συντηρούνται ούτε με το βάρος του ονόματός τους ούτε με τις ευχές όλων μας για μακροημέρευση- ιδίως σε ένα τόσο ανταγωνιστικό περιβάλλον. Αλλά είναι αδύνατον να μη σκεφτεί κανείς ότι είναι άδικο μέσα στην ευημερούσα ευτέλεια και τον επιπλέοντα κιτρινισμό των ημερών, ένα περιοδικό του μεγέθους και της ιστορίας του Αντί να βάζει λουκέτο. Κρίμα.

(Ευχαριστούμε κι εμείς τον Χρ. Παπουτσάκη για τη διαδρομή και του ευχόμαστε καλή δύναμη στην περιπέτεια της υγείας του.)

Athens Voice, 17-04-2008

4.4.08

της Παρασκευής

Οι κυρίες του μυαλού


ΣΤΕΝΑΧΩΡΙΑ

Μαύρα βάψ’τα μαύρα
κάτω πέσε κάτω
κλάψε αναστέναξε
πάτο πιάσε πάτο.

Της ζωής το πιάτο
άδειασε πια άδειασε
μαύρο είδες γάτο
που μπροστά σου πέρασε.

Άστο τώρα άστο
κάθισε και γέρασε.

*

ΕΛΠΙΔΑ

Κι αν ο γάτος ήταν άσπρος
κι είχε το πιατάκι γάλα;
κι αν στον πάτο είναι κρυμμένη
μες στην τελευταία στάλα
μια καινούρια αρχή;

Κι αν τα βάψω θαλασσί
με μια ρίγα λουλακί;
Κι αν γεράσω και μ’ αρέσει;
Ποιος θα μας το πει; Εσύ;

*

ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ
Δεν ξέρω, ίσως, ναι, μπορεί…
Έχει τρύπες το τυρί;
Ξημερώνει ή νυχτώνει
και το τέλος μου ζυγώνει;
Στου μυαλού μου το βαγόνι
έπιασε βροχή.

Μπορεί ακόμα μπορεί
να έχω πια τρελαθεί
και τότε ποιος θα ρωτήσει
να μάθει ποτέ; Το γατί;

Ίσως πάλι, ναι, μπορεί
να ’χεις τρελαθεί εσύ
που πιστεύεις παραμύθια
σινεμά χωρίς οθόνη
πιάσε λίγο το τιμόνι
ψάξε να 'βρεις την αλήθεια.

*

ΑΛΗΘΕΙΑ

Ψάξε ψάξε δεν θα με βρεις
ήμουνα πάντα εδώ
κρυμμένη στο βυθό
στο δώσανε το γράμμα
μα τ’ άφησες κλειστό.

Τρέξε τρέξε θα κουραστείς
θα πέσεις στον γκρεμό
με ψάχνεις στην Ασία
κι ήμουν στο Δομοκό.
Με ψάχνεις στην Ευρώπη
στριφογυρνάς σαν τόπι
για κάτσε ένα λεπτό
ήμουνα πάντα εδώ.

Σταμάτα να με ψάχνεις
και θα φανερωθώ.
Άσε τις εξυπνάδες
γίνε χαζό μωρό.
Στην κούνια σου κουνήσου
στον ίσκιο του μυαλού
δεν είμαι εκεί που ξέρεις
αλλά εντελώς αλλού.


Όλια Λαζαρίδου, Ο Καρδιά και ο Χωρίς Καρδιά / οι κυρίες του μυαλού, ΕΣΤΙΑ 2006
Εικόνες: της ίδιας.
Κριτική παρουσίαση: Κωστής Παπαγιώργης.

3.4.08

της Πέμπτης

Οι φρακασάνες

Καθώς γύριζα από το σχολείο εκείνο το μεσημέρι, έπιασε ξαφνικά μια μπόρα και έγινα μούσκεμα. Φοβήθηκα να ακολουθήσω τον συνηθισμένο μου δρόμο κάτω από τις μεγάλες πεύκες και έτσι πήρα την γυμνή δημοσιά, που καταλήγει στο χωριό. Στο χτήμα έφτασα την ώρα που έβγαινε πάλι ο ήλιος, και μπήκα μέσα σκαρφαλώνοντας πάνω από το μεγάλο πορτόνι με τις βρεμένες ροδοδάφνες. Στο περιβόλι όλα ήταν γαλήνια, φρεσκοπλυμένα και καταπράσινα, οι αχλαδιές είχαν ακόμα μερικά άνθη, στα φύλλα τους κρατούσαν χοντρές σταγόνες της βροχής που γυάλιζαν σαν χάντρες. Η τελευταία βροχή της χρονιάς, σκέφτηκα. Τότε είδα την Ελένη. Έβγαινε από τον κήπο κρατώντας στο χέρι ένα μεγάλο άσπρο τριαντάφυλλο. Ερχόταν προς το μέρος μου αργά, ο ήλιος στεφάνωνε τα μαλλιά της, κάτω από τη μαύρη ποδιά της πρόβαλαν δυο ολοστρόγγυλα βυζιά.

Εδώ η συνέχεια



2.4.08

της Τετάρτης

Ζωή

Έτσι μ’ αρέσει, τα μαλλιά μου ν’ ανεμίζουν ελεύθερα, σμήνος αποδημητικά πουλιά. Μυρίζει ταξίδι. Τρέχω όπως άλλοτε, χωρίς κράνος στη Μεσογείων. Μπαίνω σφαίρα στην καρδιά της Αθήνας αφήνοντας πίσω τους άρρωστους που παλεύουν για μια αναπνοή στα μπαλκόνια των νοσοκομείων. Πριν τέσσερις μήνες κλείσαμε το διαμέρισμα στη Σουηδίας. Η Θεανώ και η Ευρύκλεια ζωντάνεψαν το εγκαταλειμμένο πέτρινο σπίτι της Φιλοθέης, για να είμαι πιο κοντά στο ΥΓΕΙΑ. Άνθισαν τα παρτέρια με πορτοκαλιά και κίτρινα λουλούδια τις ενενήντα μέρες της θεραπείας με κοβάλτιο.
(…)
Ο Σιρούν ξέρει για τα ταξίδια που έκανα ακίνητη, στον πυρετό της σκόνης, στους πυρετούς του θερμόμετρου, μήνες σαν χρόνια κάτω από τις κουβέρτες. Μαζί κατεβαίναμε στο υπόγειο με τους καθρέφτες, όσο κρατούσα ομήρους στη φυλακή της ζήλειας μου τον Κυριάκο και την Κλείτα. Ανεβαίναμε τις σκαλωσιές μέχρι να φτάσουμε σε έναν ουρανό γεμάτο καρφιά. Από εκεί, από ψηλά και μακριά, είχα δει τον Κυριάκο χαμένο στο Μεταγωγών να θυμάται, για να μην του στρίψει, ένα ζευγάρι ασημένια πέδιλα που φορούσα και του άρεσαν. Την άλλη μέρα τα χάρισα στην Κλείτα.

Μαρία Μήτσορα, ο ήλιος δύω, Οδυσσέας 1996.



1.4.08

της Τρίτης

Το σύνδρομο του Balint

(…)Ταξίδεψα νύχτα το άγρυπνο σώμα μου. Κουντρούσε πάνω στο χρόνο και πονούσα. Γιατί εγώ έχω την αργή την ακίνητη. Και τη νησιωτική απάθεια του ήλιου. Όπως τον ήλιο τίποτα δεν με φωτίζει. Όπως ο ήλιος ανεβαίνω μακρυά και μακρυά χάνομαι όταν χάνεται. Έφτασα πρωί στις ένδεκα. Με τσιριχτές χαρές με υποδέχτηκε στον δρόμο η γερόντισσα αδελφή της μητέρας μου. Αγαθή μου θεία ζούσε με τη μητέρα μου και την φρόντιζε. Μάνα και ψυχοκόρη της την επερνούσε είκοσι χρόνια γιατί ήταν από πρώτο γάμο. Την έλεγαν η Ρίκω γιατί ο πατέρας της είχε από τη μάνα της ένα αγόρι πριν γεννηθεί αυτή. Το έλεγαν Ερρίκο και πέθανε. Η μητέρα της μητέρας μου η δεύτερη γυναίκα πέθανε λίγες μέρες μετά τη μοναδική της γέννα. Δεκαοχτώ χρονών πέθανε πέντε μέρες μετά που γέννησε τη μητέρα μου. Επέθανε από τα μάτια της. Δεν ξανάκουσα να πεθαίνουν από αρρώστεια ματιών. Μια άγνωστη αρρώστεια ματιών υπήρχε στην οικογένεια. Η γλυκειά Ρίκω ήταν κιόλας τυφλή από τα τριάντα της. Εκοίταζε πάντα προς το ίδιο πλάϊ. Όσο γίνεται πιο άκρια χωρίς να βλέπει. Ήταν ευδιάθετη πάντα κι εύσπλαγχνη γυναίκα. Με έναν πονηρό ενθουσιασμό έλεγε βλέπω πάντα προς τα εκεί γιατί από εκεί θα ξαναμπεί ξαφνικά στο δωμάτιο η Βαρβάρα. Είναι η πιο αγαπημένη μου εξαδέλφη. Εβάφαμε η μια της άλλης τα χειλάκια. (…)

Γιώργος Χειμωνάς, Τα ταξίδια μου, Κέδρος 1984




[Ζωή είναι οι άλλοι και όταν οι άλλοι γυρνάν και σε κοιτούν. Ζωή είναι όταν οι άλλοι σ' αγγίζουν*]



* Aπόδοση αποσπάσματος από το "Μυθιστόρημα"(1966)του Γ.Χ. στη Μικέλα Χαρτουλάρη (από το αφιέρωμα του Οδός Πανός). Ο Γ.Χ. χαρακτηρίζει τη φράση του Σαρτρ "η κόλαση είναι οι άλλοι" σαν μελοδραματική απελπισία. Στο ίδιο τεύχος ο Αλέξης Σταμάτης γράφει: "Θυμάμαι το βιβλίο. Ήταν το Μυθιστόρημα. Το έχω ακόμα όπως υπάρχει ακόμα, στο ίδιο σημείο στη σελίδα 8, εννιά σειρές πριν από το τέλος η υπογραμμισμένη φράση της εφηβείας: γιατί ζωή είναι οι άλλοι και ζωή είναι όταν οι άλλοι σ'ακουμπάν κι όταν γυρνούν προς εσένα τα σώματα των ανθρώπων."

31.3.08

της Δευτέρας

Ο πατέρας δεν πίνει στους ουρανούς.

Χθες είδα πάλι στον ύπνο τον πατέρα. Καθόμασταν οι δυο μας σ' ένα τραπέζι με καρό τραπεζομάντιλο. Κάποιος μας έφερε δυο ποτηράκια και κρασί. - Είσαι καλά; του λέω. - Καλά, καλά, και μου 'πιασε το χέρι. - Άντε, στην υγειά σου, είπε. Σήκωσε το ποτήρι, τσούγκρισε και το άφησε πάνω στο τραπέζι. - Δεν πίνεις; ρώτησα. - Εσύ να πιεις απάντησε. Εγώ δε θέλω να ξεχάσω.


Γιάννης Βαρβέρης, Πεταμένα Λεφτά, Κέδρος 2005





(επίσης τα σχετικά: Σκαμπαρδώνης και Γκανάς.)

24.3.08

Πώς επέρασα την Κυριακή μου









(έκθεση Α Γυμνασίου, Άγιος Νικόλαος Κρήτης, 1954)

«Οψές ήτονε Κυριακή και ήβρεξε μα ήβρεξε. Και παράσυρε η βροχή όλα τα γίβεντα των Αραπίκω κι’ ήφερέ τα ομπρός στην πόρτα του Τζιμπούκα. Κι’ είχε μας ο Τζιμπούκας, ολημέριως τση μέρας κι’ οληνύχτιως τση νύχτας και μαζώναμε τα γίβεντα. Έτσι πέρασα την Κυριακή μου.»

γίβεντα: σκουπίδια
Αράπικα: γειτονιά του Αγ. Νικολάου που πήρε το όνομα από έναν αφρικανό που παντρεύτηκε ντόπια και εγκαταστάθηκε εκεί
Τζιμπούκας: παρατσούκλι του Γιώργου Αλέξη, εργάτη στο λιμάνι. Ήταν σωματώδης, μαυριδερός, με γένια. Οι μανάδες φοβέριζαν τα παιδιά τους: «…φάε γιατί δα φωνάξω το (ν)Τζιμπούκα…»


Φωνή: Μ. Δαβράδος


(από τον τελευταίο δίσκο των Χειμερινών Κολυμβητών «το πέρασμά σου»)


Λεπτομέρεια φωτογραφίας της Βούλας Παπαϊωάννου.

21.3.08

Χάπυ πόετριζ ντέυ (Συναντήσεις ΙΙΙ)

sef1

tark3

*



[Μέρα που είναι σήμερα να πω ότι ασπάζομαι απολύτως την Παπαγιώργιο ρήση πως «μεταφρασμένο το ποίημα μοιάζει με την περίπτωση μιας καλλονής που δεν είδες, αλλά σου μιλούν για λογαριασμό της.» Το ποίημα του Αρσένι Ταρκόφσκι, συναντά τον Σεφέρη περισσότερο μ’ αυτό που υποθέτουμε πως υπάρχει πίσω από την απόδοσή του στα ελληνικά.]

[Ολόκληρο το ποίημα του Γ.Σεφέρη, από το site του Γ. Σαραντάκου. Στη δική μου ενδέκατη έκδοση του Ίκαρου 1977, ο στίχος χωρίζεται με άνω τελεία.]