[go: up one dir, main page]


ΟΙΔΙΠΟΔΑΣ| Robert Icke

O Οιδίπους τύραννος έχει χαρακτηριστεί από τους μελετητές ως η αρτιότερη αρχαία τραγωδία. Συμπυκνώνει όλα όσα έγραψε ο Αριστοτέλης. Ίσως μάλιστα ο σπουδαίος φιλόσοφος να είχε υπόψη του ακριβώς τον Οιδίποδα όταν συνέθετε τον ορισμό της τραγωδίας στο «Περί Ποιητικής».

«Έστιν ουν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας, μέγεθος εχούσης, ηδυσμένω λόγω χωρίς εκάστου των ειδών εν τοις μορίοις, δρώντων και ου δι’ επαγγελίας, δι’ ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».

Η υπόθεση είναι λίγο πολύ γνωστή. Ο πανίσχυρος Βασιλιάς αναζητά λύση για να σώσει την πόλη του από τις συμφορές που τη μαστίζουν και μέσα σε μια μέρα γκρεμίζεται από τον θρόνο του βλέποντας να καταρρέουν γύρω του όλα τα πιστεύω του αλλά και θεμελιώδη  ζητήματα της ίδιας της ζωής του, όπως η πραγματικοί του γονείς, η σύναψη γάμου με τη μητέρα του και η απόκτηση παιδιών με τα οποία στην παραγματικότητα είναι αδερφός.

Οι αρχαίες τραγωδίες είναι συμβάσεις. Δέχεσαι τα γεγονότα έτσι όπως παρουσιάζονται γνωρίζοντας ότι η υπόθεση υφαίνεται με τέτοιο τρόπο που εξυπηρετεί τη λύση της τραγωδίας και την ύβρη διαδέχεται η κάθαρση. Γι’ αυτό και δεν απασχολούσαν τον θεατή της αρχαιότητας θέματα ψυχολογίας των ηρώων.  Αυτά εμφανίστηκαν στο παγκόσμιο θέατρο πολύ αργότερα κι αποτέλεσαν και το σπέρμα της κακομεταχείρισης πολλές φορές των αρχαίων τραγωδιών από τους σκηνοθέτες που πάτησαν πάνω σ’ αυτά τα κείμενα για να πουν κάτι άλλο.

Αυτό ουσιαστικά αποτελεί και τη μοναδική μου αντίρρηση σε κάθε απόπειρα σύγχρονου ανεβάσματος. Είναι βέβαια πολύ διαφορετικό το να παραποιήσεις για να εξυπηρετήσεις κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που διδάσκει το αρχαίο κείμενο απ’ το να κακοποιήσεις. Αν είχαν πρόθεση να πουν κάτι άλλο οι αρχαίοι συγγραφείς θα το έλεγαν. Αυτά τα κείμενα είναι αυστηρά οριοθετημένα έτσι ώστε να λένε την ιστορία που θα οδηγήσει σε κάθαρση και να διδάξουν τον θεατή. Αυτό ουσιαστικά το κομμάτι της διδαχής που είχε μέσα του πάντα ένα στοιχείο παιδαγωγικό και θρησκευτικό είναι και το δυσκολότερο να κατανοηθεί απ’ τον σύγχρονο άνθρωπο.  Υπάρχει μια σαφής δομή κι ένα πλαίσιο που οφείλουμε να μην αγνοούμε αν θέλουμε να συνεχίσουμε να τα ανεβάζουμε. Όλα τα υπόλοιπα, σύγχρονα κοστούμια, χορικά μέρη, μοντέρνα σκηνογραφία δεν είναι τόσο σημαντικά. Μπορεί ο σκηνοθέτης να «παίξει» μαζί τους αρκεί να εξυπηρετούν τον μύθο. Αλλά εδώ είναι το πρόβλημα. Πώς να εξυπηρετηθει ο μύθος στη σύγχρονη εποχή και πώς ν’ αγγίξει τον σημερινό θεατή αν δεν πειράξεις το κείμενο κι αν δεν θες να κάνεις μουσειακού τύπου αναβίωση;

Ο Robert Icke κάνει κάτι πολύ έξυπνο. Δανείζεται όλη την υπόθεση αλλά την τοποθετεί στο σήμερα και σ’ ένα άλλο περιβάλλον. Η αυλαία ανοίγει στις τελευταίες ώρες της προεκλογικής εκστρατείας του πολιτικού Οιδίποδα. Όλα τα προγνωστικά είναι υπέρ του. Ένα χρονόμετρο τοποθετημένο σοφά σε εμφανές σημείο στη σκηνή μετράει ανάποδα τον χρόνο μέχρι το αποτέλεσμα. Είναι ο ίδιος ο χρόνος της παράστασης. Υπάρχει κάτι άχρονο και άχωρο. Είμαστε σαφώς στο σήμερα αλλά δεν ξέρουμε σε ποια χρονιά και όσο για τον τόπο δεν υπάρχουν σαφείς αναφορές. Από τα λεγόμενα καταλαβαίνουμε ότι ο πολιτικός αυτός άνδρας αν εκλεγεί στο ύπατο αξίωμα θα χαίρει υψηλής εκτίμησης αφού θα εδραιώσει την παντοδυναμία του. Θα μπορούσε πχ να είναι ηγέτης υπερδύναμης. Όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα είναι γνωστά, η Ιοκάστη, τα παιδιά του αλλά χωρίς την Ισμήνη, ο σύμβουλος του Κρέοντας, ο Τειρεσίας που εδώ ανήκει σε κάποια αίρεση, ο έμπιστος τους που παραπέμπει στον δούλο που λυπήθηκε τον Οιδίποδα όταν ήταν βρέφος καταδικασμένο σε θάνατο και του έσωσε τη ζωή. Παράλληλα, έχουμε την προσθήκη της Μερόπης της θετής μητέρας του Οιδίποδα που στην αρχαία τραγωδία δεν υφίσταται ως ρόλος αλλά εδώ ενσαρκώνεται θαυμάσια απ’ τη σπουδαία Ράνια Οικονομίδου. Επίσης, την προσθήκη 2-3 επεισοδίων στο οικογενειακό τραπέζι, όπως τον τσακωμό ανάμεσα στον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη αλλά και τη σκηνή ανάμεσα στον Κρέοντα και την Αντιγόνη που προοικονομούν ουσιαστικά δυο άλλες τραγωδίες του Θηβαϊκού κύκλου («Επτά επί Θήβας», «Αντιγόνη»).

Η υπόθεση ξεδιαλύνεται πάνω κάτω με τον ίδιο τρόπο που συμβαίνει και στο αρχαίο κείμενο. Ο ήρωας θα φτάσει στην οδυνηρή αλήθεια που θα τον συγκλονίσει λίγο πριν ή ταυτόχρονα με το εκλογικό αποτέλεσμα.  Βέβαια, για να αιτιολογηθούν πράγματα που στο σύγχρονο θεατή θα λειτουργούσαν ως ερωτήματα πρέπει ν’ απαντηθεί η ηλικία της Ιοκάστης και το θέμα της υπογονιμότητας της Μερόπης. Η συγγραφική και σκηνική διαχείριση τους αφορά στην ικανοποίηση των ερωτημάτων του σημερινού θεατή που δεν επικοινωνεί με τη σύμβαση του θεϊκού σχεδίου αφού μάλιστα αυτό το τελευταίο δεν είναι και στις προθέσεις του σκηνοθέτη.

Τέλος, δεν μπορεί να μην σκεφτεί κανείς ότι ο Icke ακουμπάει μ’ αυτό το εγχείρημα και στη σχολή εκείνη που άνοιξε κινηματογραφικά το 1998 με το “Festen”’(Οικογειακή γιορτή) του Vinterberg. Σε ένα οικογενειακό τραπέζι βγαίνουν στη φόρα μυστικά που θα κλονίσουν γερά τα θεμέλια μιας φαινομενικά ευτυχισμένης ως εκείνη τη στιγμή οικογένειας.

Η διανομή ευτύχησε να έχει σπουδαίους ηθοποιούς όπως την  Καριοφυλλιά Καραμπέτη που έδωσε μια εξαιρετική Ιοκάστη με τόση λεπτομέρεια στην αποτύπωση του ψυχικού της κόσμου και τέλειο σπαραγμό στη σκηνή της αποκάλυψης και συντριβής. Νομίζω μάλιστα ότι ακόμα κι αν δεν ήταν στις φανερές προθέσεις του Icke κι έτσι προέκυψε απ’ την ελληνική μεταφορά και σκηνοθεσία, αυτή η Ιοκάστη φέρει τραγικότερο βάρος απ’ τον ίδιο τον Οιδίποδα. Ο Νίκος Κουρής ήταν καλός και συνεπής σ’ έναν ρόλο που φαίνεται πως του ταίριαξε υφολογικά αλλά δεν μπορώ να μην διακρίνω μια ίηση που περείχε της υποκριτικής του δεινότητας. Για τη Ράνια Οικονομίδου και την ήρεμη δύναμη της ήδη αναφέρθηκα. Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος υπήρξε ένας καλός Κρέων μέσα στα πλαίσια του ρόλου, χωρίς εξάρσεις ή υφολογικά τερτίπια. Οι υπόλοιποι ρόλοι συμπλήρωσαν αξιοπρεπώς μια παράσταση τόσο καλά δουλεμένη που η διάρκεια των 2, 5 ωρών χωρίς διάλειμμα όχι μόνο δεν κούρασαν αλλά κράτησαν αμείωτο το ενδιαφέρον.

ΟΙΔΙΠΟΔΑΣ- ROBERT ICKE

Κεντρική σκηνή, Στέγη Ιδρύματος Ωνάση

Νέα Μεταγραφή βασισμένη (πολύ ελεύθερα) στον Σοφοκλή.

Συντελεστές

Κείμενο & Σκηνοθεσία: Robert Icke

Σκηνικά: Hildegard Bechtler

Κοστούμια: Wojciech Dziedzic

Φωτισμοί: Natasha Chivers

Συνεργάτρια Φωτισμών: Charlotte Burton

Ήχος: Tom Gibbons

Συνεργάτης Ήχου:Erwin Sterk

Σχεδιασμός Βίντεο:Tal Yarden

Σκηνοθετική επιμέλεια ελληνικής παραγωγής: Lizzie Manwaring

Παραγωγή του αρχικού έργου: International Theater Amsterdam

Συντελεστές παραγωγής στην Ελλάδα

Μετάφραση στα ελληνικά: Νίκος Χατζόπουλος

Συνεργάτης Σκηνοθέτης: Πρόδρομος Τσινικόρης

Βοηθός Σκηνοθέτριας: Κορίνα Βασιλειάδου

Συνεργάτρια Σκηνογράφου: Μικαέλα Λιακάτα

Υπεύθυνη Σκηνικών Αντικειμένων: Αθηνά Μποτωνάκη

Βοηθός Σκηνικών: Μαρία Σταθοπούλου

Συνεργάτρια Ενδυματολόγος: Μαρία Καραπούλιου

Μακιγιάζ & Κομμώσεις: Δήμητρα Γιατράκου

Βοηθός Μακιγιάζ: Μένια Χαρίτου

Ενδύτρια: Μέλπω Κασαπίδου

Βοηθός Διεύθυνσης Σκηνής: Στέλλα Σταμούλου

Εκτέλεση Παραγωγής: Ζωή Μούσχη & Ρένα Ανδρεαδάκη

Ερμηνεύουν με αλφαβητική σειρά:

Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Χαρά Γιώτα, Γιώργος Ζιάκας, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Νίκος Κουρής, Κώστας Νικούλι, Ράνια Οικονομίδου, Σωκράτης Πάτσικας, Τάκης Σακελλαρίου, Γιάννης Τσουμαράκης, Δανάη-Αρσενία Φιλίδου

Συμμετέχουν:Αδάμ Δούκας, Vladyslav Fedorenko

Ανάθεση & Παραγωγή για την Ελλάδα: Στέγη Ιδρύματος Ωνάση.

Macready! Dickens’Theatrical Friend

O William Charles Macready υπήρξε εμβληματική μορφή του αγγλικού θεάτρου το μεγαλύτερο μέρος του 19ου αιώνα. Γιος θεατρώνη και ηθοποιού, είχε όνειρο να σπουδάσει στην Οξφόρδη. Ωστόσο, οι οικονομικές δυσχέρειες της οικογένειας τον ανάγκασαν ν’ ακολουθήσει την οικογενειακή παράδοση σαν διευθυντής θεάτρου αρχικά και πολύ σύντομα κι ως ηθοποιός.  Πήρε το βάπτισμα της σκηνής το 1810 όταν σε ηλικία 17 χρονών διέπρεψε ως Ρωμαίος στo Birmingham κι αυτό στάθηκε η απαρχή μιας τεράστιας καριέρας.

Οι εμφανίσεις του απ’ το 1816 και μετά στο Covent Garden σε κλασικούς ρόλους των Racine, Shakespeare, Byron τον καταξίωσαν στους θεατρικούς κύκλους. Σταθμοί στην καριέρα του υπήρξαν ο Ριχάρδος ο Γ, ο Ερρίκος ο Ε’ αλλά κι ο Οθέλλος ή ο Κυμβελίνος που υποδύθηκε στην περιοδεία του στην Αμερική το 1843-44.

Ο Macready δεν υπήρξε μόνο καλός ηθοποιός αλλά εργάστηκε σκληρά στο να συμβάλει στην πρόωθηση του σύγχρονου αγγλικού δράματος. Όταν έγινε διευθυντής στο Covent Garden το 1837, σύστησε στο κοινό έργα όπως το «Strafford» του Robert Browning ή  το «Richelieu» του Bulwer-Lytton.

Ο Mark Stratford ξεκίνησε τη μελέτη πάνω στη ζωή και το έργο του Macready γύρω στο 2016 βασιζόμενος κυρίως στα ημερολόγια του μεγάλου ηθοποιού. Η παράσταση στη σημερινή της μορφή ολοκληρώθηκε τρία χρόνια αργότερα. Πρόκειται για ένα μονόλογο δομημένο σε 7 μέρη, πρόλογο, 5 πράξεις κι επίλογο όπου ουσιαστικά ο ίδιος ο Stratford εμφανίζεται στη σκηνή σαν αφηγητής και Macready εναλλάσοντας τους 2 ρόλους με πολύ οργανικό τρόπο. Μαθαίνουμε έτσι τα βιογραφικά στοιχεία του Macready ενώ παράλληλα ζωντανεύουν στα μάτια μας μικρές σκηνές από τους μεγάλους του ρόλους και το θέατρο στη Βικτωριανή εποχή. Από την παράσταση δεν απουσιάζει η αναφορά στη φιλία ανάμεσα στον Macready και τον Dickens με ιδιαίτερη μνεία στον τρόπο με τον οποίο οι 2 άντρες δέθηκαν και στήριξαν ο ένας τον άλλο αναγνωρίζοντας αμοιβαία την αξία τους. Μάλιστα ο Dickens είχε αφιερώσει στον Macready το «Nicholas Nickleby»

Το Questors ( ένα μικρό περιφερειακό θέατρο off West End ή όπως λένε εδώ Fringe) και μάλιστα το studio είναι πολύ ατμοσφαιρικός χώρος για μια τέτοια παράσταση, ένα μονόλογο ουσιαστικά όπου ο θεατές περιβάλλουν ουσιαστικά τον ηθοποιό δημιουργώντας του ασφάλεια να ενδυθεί τον ρόλο του.

O Mark Stratford έκανε το έργο προσωπική του υπόθεση. Είχε την ιδέα, έκανε την έρευνα, επιμελήθηκε τη συγγραφή και έπαιξε τον ρόλο του Macready. Στα 80 λεπτά που κράτησε η παράσταση συχνά αναρωτιόμουνα – και μάλλον δεν ήμουν η μόνη- αν μήπως κι ο ίδιος ο Macready δεν καθόταν κάπου εκεί ανάμεσα μας.

Macready!

Dickens’ Theatrical Friend

Written, performed, staged & designed by Mark Stratford

Περισσότερα εδώ https://www.stratfordproductions.co.uk/

ΤΟΥΡΑΝΤΟ στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας.

Ο Κάρλο Γκότσι είναι ελάχιστα γνωστός στο ευρύ κοινό σε αντίθεση με τον αντίπαλο του Κάρλο Γκολντόνι.
Μια απ’ τις διαφορές τους ήταν η επιμονή του Γκότσι για τη χρήση της τοσκανικής διαλέκτου έναντι της ενετικής ωστόσο η βασική τους διαφωνία ήταν πιο θεμελιώδης και είχε να κάνει με την comedia del arte. Ο Γκότσι πρέσβευε την ελευθερία των ηθοποιών ν’ αυτοσχεδιάζουν ενώ ο Γκολντόνι αναζητούσε περισσότερη συγκρότηση κατά τα πρότυπα του Μολιέρου τον οποίο και θαύμαζε.
Τελικά  επικράτησε ο Γκολντόνι αφού τα έργα του Γκότσι είναι ελάχιστα γνωστά  κι όσα έφτασαν ως τις μέρες μας το οφείλουν κυρίως στις λυρικές δραματοποιήσεις τους. Μια τέτοια περίπτωση είναι η «Τουραντό» του Πουτσίνι.

Όσοι έχουν διαβάσει παραμύθια στα παιδιά τους ή θυμούνται τα δικά τους θ’ αναγνωρίσουν το μοτίβο της πριγκίπισσας που παντρεύεται αυτόν που θα περάσει κάποιες δοκιμασίες.
Γραμμένη το 1762 ως ένα  θεατρικό υβρίδιο ανάμεσα στο παραμυθόδραμα (fiabe teatrale) και την comedia del arte, η ιστορία αντλεί από έναν κινέζικο μύθο. Η πριγκίπισσα Τουραντό, κόρη του Κινέζου αυτοκράτορα Αλτούμ, είναι η ίδια που προκειμένου ν’ αποφύγει τον γάμο θέτει πάντα τρεις γρίφους στον εκάστοτε υποψήφιο και τον αποκεφαλίζει αν εκείνος αποτύχει. Όταν εμφανίζεται μπροστά της ο Καλάφ, θαμπώνεται από την ομορφιά της, αψηφά το αποτρόπαιο θέαμα των  κομμένων κεφαλιών των επίδοξων μνηστήρων  και λύνει τους τρεις γρίφους. Εκείνη θυμώνει κι αρνείται να τον παντρευτεί αλλά τότε της βάζει κι εκείνος έναν γρίφο με τον όρο να την αποδεσμεύσει αν τον λύσει.

Η ιστορία είναι απλοϊκή κι εμπλουτίζεται με δυο ακόμα μικρότερες, αυτή του Βαράχ που μάλιστα δεν αποκλείεται ν’ αποτελεί δάνειο από τον Σαιξπηρικό «Βασιλιά Ληρ» και της Αντέλμα, της φαινομενικά έμπιστης ακολούθου της Τουραντό που αποδυκνείεται όμως ότι συνομωτεί εναντίον της.  Ωστόσο ο Γκότσι δεν προτίθεται να δώσει καμία βαθύτερη δραματική διάσταση  όπως με τον Έντγκαρ στον Ληρ αφού υπηρετεί άλλο είδος κι έτσι απλώς εικάζουμε ότι χρησιμοποιεί εδώ επιμέρους δρώμεα για να ξεκουράσει (sic) τον θεατή απ’ την κυρίως πλοκή και να προσφέρει πιο πλούσιο θέαμα κατά τα ήθη της εποχής άλλωστε. Ο Βαράχ  που κυκλοφορεί ανάμεσα τους κι ο πατέρας τους που τον αναζητεί καθώς κι η Αντέλμα αποφορτίζουν αρχικά απ’ το κυρίως θέμα αλλά παραμένουν σ’ αυτό το επίπεδο κι απλώς απορροφώνται από τη βασική ιστορία.

Η επιλογή της  «Τουραντό» γίνεται 25 χρόνια μετά το «Αγάπης αγώνας άγονος» μέσα από το οποίο ο Στάθης Λιβαθινός μας είχε συστήσει την ομάδα της Πειραματικής σκηνής του Εθνικού θεάτρου.

Το αρχικό κείμενο είναι γραμένο σε πεζό, ωστόσο εδώ ο έμμετρος λόγος του Στρατή Πασχάλη βοήθησε στο να κρατηθεί μια λυρική φόρμα που ξεκινάει αργά σαν diminuendo για να φτάσει στην κορύφωση (crescendo).

Η Τουραντό είναι μια πριγκίπισσα που έρχεται από άλλο αιώνα αλλά διεκδικεί το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης κι επιλογής. Στην εποχή μας με ανοιχτά ακόμα τα ζητήματα της γυναικείας χειραφέτησης και των ανθρώπινων δικαιωμάτων η ιστορία φαντάζει επίκαιρη. Μέσα απ’ αυτό το πρίσμα προσέγγισε το έργο ο σκηνοθέτης κι η έμπειρη ματιά του κατάφερε ν’ αποδώσει τόσο την παραμυθένια αλληγορία της Τουραντό  όσο και να  προσδώσει κάποιες δραματικές αποχρώσεις που κάνουν τον θεατή να προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα. Ταυτόχρονα, σεβόμενος τις αρχές του Γκότσι για την απόδοση της comedia del arte, αφήνει ένα μικρό πεδίο χαριτωμένων αυτοσχεδιασμών. Φαίνεται τελικά ότι ο Λιβαθινός θέλησε να παντρέψει το κείμενο του Γκότσι και την καταγωγή του από την comedia del arte με την όπερα του Πουτσίνι αλλά να φέρει στην ένωση τους σημερινά ζητήματα.

Η παλιά ομάδα της Πειραματικής αν και με σημαντικές απώλειες συντελεστών (πχ. Ήμελλος) μαζί με προσθήκες νέου δυναμικού έχει την εμπειρία να αποδώσει τον ανάλαφρο χαρακτήρα ενός έργου που περισσότερο διασκεδάζει αλλά ποντάρει και σ’ ένα δεύτερο επίπεδο. Αξιοπρόσεκτη η σκηνογραφία της Μανωλοπούλου σ’ έναν μικρό και δύσκολο θεατρικό χώρο αλλά και η μουσική του Κωτσόγιαννη που η ζωντανή του μάλιστα παρουσία στη σκηνή δίνει ακριβώς τον τόνο της καταγωγής του έργου ως είδος και της ιστορίας ως κινέζικο παραμύθι.


ΤΟΥΡΑΝΤΟ
η γυναίκα που μισούσε τους άντρες

ΤΟΥ ΚΑΡΛΟ ΓΚΟΤΣΙ


ΘΕΑΤΡΟ ΟΔΟΥ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Σκηνοθεσία ΣΤΑΘΗΣ ΛΙΒΑΘΙΝΟΣ

Απόδοση – Διασκευή: Στρατής Πασχάλης

Σκηνοθεσία – Δραματουργική επεξεργασία: Στάθης Λιβαθινός
Σκηνικά – Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Μουσική: Μιχάλης Κωτσόγιαννης
Βοηθός Σκηνοθέτη:Ηλέκτρα Μαγγίνα
Βοηθός Σκηνογράφου / Ενδυματολόγου: Έμιλυ Κουκουτσάκη
Trailer παράστασης: Χρήστος Δήμας
Φωτογραφίες παράστασης: Ελίνα Γιουνανλή
Σχεδιασμός κομμώσεων – περούκες: Κωνσταντίνος Κολιούσης
Σχεδιασμός μακιγιάζ: Olga Faleichyk
Διεύθυνση παραγωγής: Μαρία Αλβανού
Συμπαραγωγή:Πράξη & Λυκόφως

Παίζουν (αλφαβητικά): Βασίλης Ανδρέου, Βαλέρια Δημητριάδου, Βασίλης Ζαφειρόπουλος, Νίκος Καρδώνης, Ειρήνη Λαφαζάνη, Φοίβος Μαρκιανός, Πολυξένη Παπακωνσταντίνου, Μαρία Σαββίδου, Άρης Τρουπάκης

Μουσικός επί σκηνής Μιχάλης Κωτσόγιαννης

Goodbye Lindita στο Εθνικό Θέατρο (Κεντρική Σκηνή)

Αν μπορεί η απώλεια και ειδικά το αμήχανο στάδιο από τον θάνατο μέχρι την ταφή να γίνει ποίημα, τότε το «Goodbye Lindita» είναι ακριβώς αυτό. Ο Μάριο Μπανούσι εμπνεύστηκε και δημιούργησε ένα μικρό (σε διάρκεια) αλλά μεγάλο κατά τα άλλα θεατρικό δρώμενο που πραγματεύεται την απώλεια και τον αποχαιρετισμό εστιάζοντας κυρίως στον αποχαιρετισμό της σάρκας του αγαπημένου ανθρώπου.

Όσοι έχουμε βιώσει απώλειες μπορούμε να αισθανθούμε τη σκληρότητα του να μην μπορείς ν’ ακούσεις ή να νιώσεις δια της αφής τον άνθρωπο που έφυγε. Δεν μπορείς πια να αγκαλιάσεις τον άλλο, αρχίζεις και ξεχνάς τη μυρωδιά και τη χροιά της φωνής του. Υπάρχει βέβαια στις μνήμες σου, συχνά εξιδανικευμένη μορφή από τυχαία περιστατικά του παρελθόντος αλλά δεν είναι εκεί, στην ίδια διάσταση με τους ζωντανούς. Δεν ακούς την ανάσα του, το γέλιο, το κλάμα ή τη φωνή του, δεν νιώθεις τη θαλπωρή της ζεστασιάς της σάρκας. Όλα αυτά αποτυπώνονται θεατρικά σε μια έξοχη αλληλουχία εικόνων.

Ένα σπίτι πενθεί ένα αγαπημένο πρόσωπο. Ο πόνος είναι τόσο δυνατός που δεν υπάρχει πια ήχος. Σ’ αυτό το απόκοσμο περιβάλλον όπου το μόνο που ακούγεται είναι μια μηχανική φωνή μέσα απ’ την τηλεόραση, αρχίζει ένα γαϊτανάκι πραγματικότητας και φαντασίας. Οι ζωντανοί θυμούνται στον ξύπνιο τους, ονειρεύονται με τα μάτια ανοιχτά ενώ παράλληλα ξοδιάζουν τον αγαπημένο νεκρό. Τελετές που απλώνονται στα βάθη του χρόνου κι έλκουν την καταγωγή τους απ’ τα Βαλκάνια αλλά κι από προσωπικά βιώματα του σκηνοθέτη συνθέτουν ένα  υψηλής αισθητικής σκηνικό ποίημα.

Ο Μάριο Μπανούσι σκηνοθέτησε με εξαιρετικό τρόπο μια ομάδα καλλιτεχνών που μας μιλούν χωρίς ποτέ ν’ ακούμε τη φωνή τους. Μέσα σ’ αυτή την μία ώρα της παράστασης αναλογίστηκα πόσο δύσκολο είναι ν’ αφαιρέσεις τη φωνή χωρίς στην πραγματικότητα να την κάνεις να λείψει. Κι έτσι ακούσαμε όλα τα μοιρολόγια και φανταστήκαμε όλα τα λόγια που ειπώθηκαν χωρίς να ειπωθούν πριν «καταπιεί» το σώμα το άνοιγμα που κάποτε λειτουργούσε ως παράθυρο ελπίδας και τελικά ως καταπακτή που σηματοδότησε το πέρασμα απ’ τον πάνω στον  κάτω κόσμο.

Το «Goodbye Lindita» έχει τιμηθεί για σκηνοθεσία και σπάνια συνεισφορά στη θεατρική τέχνη στο φεστιβάλ Bitef στο Βελιγράδι κι έχει περιοδεύσει σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές από κοινό και κριτικούς.

Στην Αθήνα παρουσιάζεται για έναν τελευταίο κύκλο παραστάσεων στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού θεάτρου.

Συνετελεστές

Σύλληψη- Σκηνοθεσία: Μάριο Μπάνούσι

Σύμβουλος Δραματουργίας: Σοφία Ευτυχιάδου

Σκηνικά- Κοστούμια: Σωτήρης Μελανός

Μουσική: Εμμανουήλ Ροβίθης

Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας

Δραματολόγος Παράστασης: Ασπασία- Μαρία Αλεξίου

Βοηθοί Σκηνοθέτη: Αφροδίτη Καποκάκη και Θεοδώρα Πατητή

Διανομή

Χρυσή Βιδαλάκη

Μπάμπης Γαλιατσάτος

Ελένη- Άμπια Νζάγκα

Εριφύλη Κιτζόγλου

Κατερίνα Κρίστο

Μάριο Μπανούσι

Βασιάνα Σκοπετέα

Αλεξάνδρα Χασάνι

Ο αποτυχημένος του Μπέρνχαρντ στην ΕΛΣ

Ο Τόμας Μπέρνχαρντ γράφει τον «Αποτυχημένο» το 1983 με τη μορφή του μυθιστορήματος. Σ’ αυτό αφηγείται την ιστορία 2 ανδρών. Στην πραγματικότητα βέβαια, οι άνδρες είναι 3 με τον έναν σε ρόλο αφηγητή που απέκτησε σκηνική υπόσταση στη θεατρική μεταφορά.

Ο αφηγητής λοιπόν είναι ένας πιανίστας που ανατρέχει χρόνια πίσω όταν παρακολούθησε μια σειρά μαθημάτων για πιάνο με δάσκαλο τον σπουδαίο Χόροβιτς. Συμμαθητές του υπήρξαν ο Καναδός Γκλεν Γκουλντ που θεωρείτο δεξιοτέχνης και ο Αυστριακός  Βερτχάιμερ που κάποτε ο Γκουλντ αποκάλεσε αποτυχημένο κι έκτοτε ο φέρων αυτό το επίθετο πορεύτηκε με την αποτυχία του. Ο αφηγητής γράφει μια εργασία για τον Γκουλντ που στο απόγειο της δόξας του και παίζοντας τις «Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ» του Μπαχ πέθανε από αποπληξία. Ήταν μόλις 51 χρονών.

Ο αφηγητής λαμβάνει ένα τηλεγράφημα που τον πληροφορεί για την αυτοκτονία του Βερτχάιμερ. Τότε αρχίζει να κατακλύζεται από  αναμνήσεις της περιόδου κατά την οποία οι 3 άνδρες συμβίωναν λόγω των μουσικών σεμιναρίων γνωρίζοντας ο ένας τον άλλο και παίζοντας μουσική. Μέσα απ’ αυτές τις αναμνήσεις αντλούμε κάποιες πληροφορίες για την προσωπικότητα του Βερτχάιμερ · πως έκανε την επανάσταση του πηγαίνοντας κόντρα στους γονείς τους που εναντιώθηκαν στην ενασχόληση του με το πιάνο, πόσο εξαρτημένος ήταν από την αδερφή του, πόσο πορεύτηκε με την αποτυχία που του φόρεσε ο Γκουλντ και δεν την αποχωρίστηκε σαν να ήταν η πιο βολική κατάσταση γι’ αυτόν. Οτιδήποτε άλλο θα είχε ρίσκο κι έτσι φορώντας το μανδύα της αποτυχίας αποφάσισε ν’ αυτοκτονήσει για να εκδικηθεί την αδερφή του που παντρεύτηκε και τον άφησε.  Την εκδικήθηκε με το να κρεμαστεί έξω απ’ το σπίτι της στην Ελβετία.

Είναι εντυπωσιακή αλλά όχι μη αναμενόμενη η επιστροφή του Μπέρνχαρντ σε γνωστά μοτίβα. Ο συγγραφέας δεν είναι αποκομμένος απ΄την ιδιοσυγκρασία, τις παραστάσεις και τα βιώματα του. Μπορεί εδώ να μην είναι ξεκάθαρη η κριτική στην πατρίδα του την Αυστρία όπως στα θεατρικά έργα του αλλά μπορεί μέσα από μια μεταφορά συνειδητή ή μη να είναι η Αυστρία αυτή η αυταρχική, εύρωστη οικογένεια που απέρριπτε την επιλογή του γιου (Βερτχάιμερ) και τελικά τον ώθησε στην αυτοκτονία. Ανακαλώ εδώ και την αυτοκτονία του καθηγητή Σούστερ στην «Πλατεία Ηρώων», το κύκνειο άσμα του Μπέρχαρντ. Φυγή απ’ το νοσηρό περιβάλλον της πόλης, τα φαντάσματα του παρελθόντος, η αποτυχία, η ματαίωση…

Στον «αποτυχημένο» βλέπουμε και την αγκύλωση στο πνιγηρό περιβάλλον μιας οικογένειας, της φυσικής οικογένειας ή της μουσικής. Εδώ πάλι ανακαλούνται εικόνες απ’ το επαναλαμβανόμενο μοτίβο των 3 (αδερφών) στο « Ρίτερ, Ντένε, Φος» ή το «Πριν την αποχώρηση».

Το κείμενο σε θεατρική διασκευή του Έκτορα Λυγίζου παρασταίνεται σαν μουσική σύνθεση για 4 φωνές κι ένα πιάνο. Στο πιάνο ο Γκουλντ που του άρεσε να σιγοτραγουδά τις νότες που έπαιζε ενώ το 4ο πρόσωπο είναι η ξενοδόχος του μικρού ξενοδοχείου στο οποίο καταλύει ο αφηγητής για να γράψει την ιστορία του.

Ο σκηνοθέτης αλλά και αφηγητής ‘Εκτορας Λυγίζος προσδιορίζει το θέμα ως το βάσανο του μουσικού για την τελειότητα, την καθημερινή συνδιαλλαγή του καλλιτέχνη με την επιτυχία και την αποτυχία ενώ παράλληλα αναπτύσσεται η παρτιτούρα του Μπαχ.

Ο σκηνικός χώρος ήταν φτιαγμένος έτσι ώστε να παραπέμπει σε μουσικό πεντάγραμμο ακόμα κι αν ο θεατής έβλεπε απλώς μια σάλα ξενοδοχείου. Αλλά είπαμε, είναι αυτά που υπονοούνται.

Στις δυο άκρες του «πενταγράμμου», απολαύσαμε τίμιες ερμηνείες από τον Γιάννη Νιάρο και τον Άρη Μπαλή έτσι όπως σοφά τοποθετήθηκαν στις κλίμακες της επιτυχίας και της αποτυχίας. Ο αφηγητής – 3ο πρόσωπο Έκτορας Λυγίζος είχε την ουδετερότητα του παρατηρητή όπως υπαγόρευε η θέση του αλλά και συναισθηματική εμπλοκή με διακριτικότητα όταν κρινόταν απαραίτητο.

Αφήνω για το τέλος την Αμαλία Μουτούση που η σκηνική της παρουσία έδωσε μια άλλη διάσταση στην παρτιτούρα. Ήταν ξεκάθαρα ο μαέστρος που έδινε το τέμπο που κούναγε τα χέρια στη σωστή κατεύθυνση που έβαζε τα όργανα να κουρδίσουν και τις φωνές ν’ αρθρώσουν. Λιτή και ουσιαστική ακροβάτησε μ’ επιδεξιότητα ανάμεσα σ’ αυτά που τεκατίνονταν και το κάτω κείμενο που λένε και στο θέατρο. Καυστική και δραματική ταυτόχρονα, υπαινικτική και τραγική στην κωμικότητα της. Η φιγούρα  της να εκτελεί με σχολαστικότητα τις καθημερινές δουλειές ενώ έπαιζε με όλο το υπόλοιπο σύστημα της με παρέπεμψε στην οικονόμο που τόσο εξαιρετικά είχε ενσαρκώσει λίγα χρόνια πριν η Καραμπέτη στην «Πλατείας Ηρώων». Μια πολύ πιο δωρική μορφή βέβαια που διατρέχει στο λόγο της σύγχρονη ιστορία κολλάροντας τα πουκάμισα του καθηγητή Σούστερ.

Κι οι 4 φωνές όμως δεν αρκούνται στη μουσική αλλά εκετελούν και μια χορογραφία ταυτόχρονα. Είναι μόνοι κι επιδέξια μπλέκονται ο ένας στη ζωή του άλλου ή στο σώμα ή στην ψυχή, έτσι όπως και στη ζωή.

«Πάντοτε μ’ ενδιέφεραν μόνο οι άνθρωποι», λέει ο Μπέρνχαρντ, «επειδή εκ φύσεως με απωθούν, τίποτε δεν με ελκύει περισσότερο από τους ανθρώπους και συνάμα τίποτε δεν με απωθεί περισσότερο από τους ανθρώπους. Μισώ τους ανθρώπους, μα οι άνθρωποι είναι συνάμα και ο μοναδικός σκοπός της ζωής μου».

Ο αποτυχημένος

Βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Τόμας Μπέρνχαρντ

Εναλλακτική Σκηνή Εθνικής Λυρικής Σκηνής
Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος

Μετάφραση: Βασίλης Τομανάς
Θεατρική διασκευή, σκηνοθεσία: Έκτορας Λυγίζος
Μουσικός σύμβουλος, φωνητική διδασκαλία: 
Χαράλαμπος Γωγιός
Σκηνικό: 
Μυρτώ Λάμπρου
Κοστούμια:
Άλκηστη Μάμαλη
Χορογραφίες, συνεργασία στην κίνηση: 
Δημήτρης Μυτιληναίος
Σχεδιασμός φωτισμών: 
Δημήτρης Κασιμάτης
Σχεδιασμός μακιγιάζ, κομμώσεων:
Ιωάννα Λυγίζου
Σχεδιασμός ήχου: Μπράιαν Κουν

Player Kings

Ο Ερρίκος ο Δ΄ συγκαταλέγεται στα ιστορικά δράματα του Σαίξπηρ. Η συγγραφή του τοποθετείται ανάμεσα στο 1596 με  1597 και δραματοποιεί μέρος των απαρχών της βασιλείας του Ερρίκου Δ΄ της Αγγλίας. Η μεγάλη του εκδοτική και θεατρική επιτυχία ώθησαν τον Άγγλο δραματουργό να παρουσιάσει δυο χρόνια αργότερα ένα δεύτερο έργο με τίτλο Ερρίκος ο Δ΄ (δεύτερο μέρος).

Η κύρια πηγή του Σαίξπηρ για τον Ερρίκο Δ΄, (πρώτο μέρος), όπως και για τα περισσότερα από τα ιστορικά του έργα, ήταν η δεύτερη έκδοση (1587) του  «Χρονικά της Αγγλίας, της Σκωτίας και της Ιρλανδίας» του Ράφαελ Χόλινσεντ, το οποίο με τη σειρά του βασίστηκε στο «Η ένωση των δύο ευγενών και διακεκριμένων οίκων του Λάνκαστερ και της Υόρκης» του Έντουαρντ Χολ. Οι μελετητές υποθέτουν ότι ο Σαίξπηρ ήταν επίσης εξοικειωμένος με το ποίημα του Σάμιουελ Ντάνιελ για τους εμφύλιους πολέμους στην Αγγλία. Τέλος, άλλη πηγή θα μπορούσε να είναι και το ανώνυμο «The Famous Victories of Henry V».

Το έργο καλύπτει μόλις ένα χρόνο, αρχίζοντας από το 1402 έως το 1403, στην αρχή της βασιλείας του Ερρίκου Δ’. Να σημειωθεί εδώ ότι ο Ερρίκος στέφθηκε βασιλιάς αφού ανέτρεψε τον ξάδερφο του Ριχάρδο τον Γ’ παρακάμπτοντας και τη νόμιμη σειρά διαδοχής.

Η στέψη του ήταν η πρώτη στέψη Άγγλου βασιλιά από την εποχή της νορμανδικής κατάκτησης με τελετουργικό στην αγγλική γλώσσα αντί της γαλλικής που χρησιμοποιούσαν οι προηγούμενοι βασιλείς. Επιπλέον, υπήρξε ο πρώτος βασιλιάς της Αγγλίας από τη δυναστεία των Πλανταγενετών που η μητέρα του ήταν Αγγλίδα με μητρική γλώσσα τα αγγλικά, σε αντίθεση με τις μητέρες των προηγούμενων βασιλέων που είχαν μητρική γλώσσα τα γαλλικά. 

Η πλοκή περιστρέφεται γύρω από την αποτυχημένη απόπειρα της οικογένειας Πέρσι και των συμμάχων τους να ανατρέψουν τον Ερρίκο Δ΄. Παράλληλα με την πολιτική και στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ του βασιλιά Ερρίκου και των επαναστατημένων ευγενών, ο Σαίξπηρ εστιάζει στον έκλυτο βίο του γιου του βασιλιά Χαλ και στη μεταστροφή του όταν στέφεται βασιλιάς ως Ερρίκος Ε’.

Οι συγκρούσεις, ο πολεμικός χαρακτήρας του έργου και η δραματική ένταση διανθίζονται έντεχνα με κωμικά επεισόδια στα οποία πρωταγωνιστεί ο Φάλσταφ, ένας μέθυσος ιππότης φίλος του Χαλ. Η συναναστροφή του μελλοντικού βασιλιά Ερρίκου Ε’ με τον Φάλσταφ και ο χρόνος που περνάει στα καπηλειά συναναστρεφόμενος περιθωριακούς τύπους, προβληματίζουν τον βασιλιά και θέτει σε κίνδυνο τον θρόνο.


Στο έργο που παίζεται για δυο ακόμη μέρες στο West End με τίτλο «Player Kings», το πρώτο και ο δεύτερο μέρος του Ερρίκου διασκευάστηκαν σε μια παράσταση 4 ωρών. Η μεγάλη διάρκεια δέχτηκε αναπόφευκτα κριτική από τον εγχώριο τύπο που τη χαρακτήρισε μαραθώνιο με ανάμεικτα αποτελέσματα.

Είναι αλήθεια ότι 4 ωρες μπορεί να είναι υπερβολικές αλλά ο Ερρίκος είναι ένα τεράστιο έργο που χωρίς τις απαραίτητες περικοπές θα χρειαζόταν παραπάνω χρόνο να παρασταθεί – αν υποθέσουμε πως υπάρχει ακόμη ανάγκη του μέσου θεατή για τα ιστορικά δράματα αυτού του είδους-.

Από την αλλη, ο Σαίξπηρ είναι τεράστιος δημιουργός, σημείο αναφοράς τόσο στη θεατρική παράδοση των Άγγλων όσο και στην παγκόσμια δραματουργία. Στη συνείδηση όσων ασχολούνται ενεργά με το θέατρο υπάρχει η άτυπη υποχρέωση να κρατάνε ζωντανή την επικοινωνία των θεατών με τα έργα του σαν μέρος ενός νήματος που δεν πρέπει να κοπεί. Μπορούμε να βρούμε τις αναλογίες και στη δική μας ανάγκη να συνεχίσουμε να παρασταίνουμε το αρχαίο δράμα.

Ο Ερρίκος Δ’ έχει σημεία που προκαλούν πλήξη σε θεατές που πιθανόν αγνοούν  την αγγλική ιστορία με τις λεπτομέρειες της, αλλά υπάρχει εκεί μέσα ο Φάλσταφ που κάνει αμέσως το έργο γοητευτικό. Όσοι ηθοποιοί έχουν υποδυθεί τον συγκεκριμένο ρόλο λένε ότι είναι εξαιρετικά δύσκολος. Φαίνεται μάλιστα να είχε γραφτεί πάνω σε  συγκεκριμένο ηθοποιό και κωμικό της εποχής του Σαίξπηρ.

Ο Φάλσταφ είναι περφόρμερ όπως λέει ο σερ Ιαν Μακ Κέλλεν. Παίζει θέατρο μέσα στο θέατρο, έχει ψυχολογικές διακυμάνσεις, δοκιμάζει τις αντοχές του ίδιου και του περίγυρου, είναι ένας ρόλος που απέφευγε συνειδητά ο μεγάλος ηθοποιός αλλά η τωρινή διασκευή τον έκανε να παρακάμψει τις όποιες αναστολές του αφού εδώ ο Φάλσταφ μοιάζει να ξεφέυγει απ’ την καρικατούρα και να γίνεται πιο πραγματικός χαρακτήρας.

Είναι δύσκολο να αποτυπώσω μέσα σε λίγες γραμμές την εντύπωση που μου άφησε η παράσταση. Η παρουσία του σερ Ιαν Μακ Κέλλεν που μετρά 85 χρόνια ζωής υπήρξε καταλυτική στην κρίση μου γι’ αυτό που είδα. Ήρθε εδώ να ενσαρκώσει αυτό το παλιό ρητό που κυκλοφορεί στον χώρο του θεάτρου «μην παίξεις ποτέ δίπλα σε παιδί, σε σκυλί και στον Τσαρλς Λοτον γιατί θα σου κλέψουν την παράσταση».

Μπορεί να είναι βέβαια υπερβολικό αλλά ήταν αδύνατο να πάρει κανείς τα μάτια του απ΄αυτόν τον αεικίνητο 85άρη που με στεντόρεια φωνή, πνευματική διαύγεια και σκαμπρόζικη περπατησιά μετέφερε όλη του την καλλιτεχνική πείρα στη σκηνή και υποδύθηκε ένα ρόλο που κανονικά είναι πολύ νεώτερος σε ηλικία. Παρόλα αυτά, ο Μακ Κέλλεν είχε τη σοφία να μην καπελώσει την παράσταση και να μην επισκιάσει την υπόλοιπη διανομή. Δεν ακκίστηκε και δεν επέδειξε καμία αλαζονεία στο παίξιμο του επαναπαυόμενος στο μεγάλο του όνομα. Είδαμε έτσι κι έναν εξαιρετικό Χαλ που από το ανόητο πριγκηπόπουλο του Α’ μέρους μεταστρέφεται δραματικά σ’ έναν υπεύθυνο και σοβαρό μονάρχη. Απολαύσαμε τις κωμικές σκηνές της ταβέρνας και τις παλατιανές συνομωσίες και νομίζω πως τόσο η πρόθεση του σκηνοθέτη Ρόμπερτ Ικ για ένα σαιξπηρικό έργο ποταμό σε σημερινά μέτρα όσο και του σερ Ίαν Μακ Κέλλεν να διδάσκεται στους νέους περισσότερο ο Σαίξπηρ δικαιώθηκαν.

Player Kings cast and creative team

By: Robert Icke adapted from Henry IV: Parts 1 and 2 by William Shakespeare

Director: Robert Icke

Cats list: Ian McKellen (as Falstaff)

Design: Hildegard Bechtler

Lighting: Lee Curran

Sound: Gareth Fry

Other info: Flight direction by Kev McCurdy

MACBETH, DOC X, CANADA WATER, LONDON

Είπαν για τον Μάκβεθ:
Ουγκώ: η πείνα του τέρατος που πάντα είναι δυνατόν να υπάρχει μέσα στον άνθρωπο κι ένα έργο επικών διαστάσεων που ασχολείται με όσους ημερεύουν χωνεύοντας το ανθρώπινο γένος
Νίτσε: έργο μέ τέτοια οπτική ώστε αντί να καταπολεμάει την κακή φιλοδοξία μέσα μας, την επαυξάνει
Κραίηγκ: μια τραγωδία που η δράση της κατευθύνεται από αόρατη δύναμη.
_________________________________________________________________
Ο Μάκβεθ είναι η μικρότερη σε έκταση από τις τραγωδίες του Σαίξπηρ και χρονολογείται ανάμεσα στο 1603 και 1606. Φαίνεται ότι ο Σαίξπηρ άντλησε υλικό από τα «Χρονικά της Αγγλίας, της Σκωτίας και της Ιρλανδίας» του Ραφαήλ Χόλινσετ (The Chronicles of England, Scotlande, and Irelande) Παρόλα αυτά, συνέθεσε την τραγωδία του με τέτοιο τρόπο ώστε ελάχιστα να θυμίζει τα πραγματικά γεγονότα και ιδιαίτερα σε ότι αφορά στην προσωπικότητα του αληθινού Μάκβεθ που σε αντίθεση με τον σαιξπηρικό ήρωα ήταν πολύ καλός βασιλιάς.
Ο Μάκβεθ παίχτηκε για πρώτη φορά το 1610 και δημοσιεύθηκε το 1623. Σχετικά με τις μάγισσες που έχουν σημαντική παρουσία μέσα στο έργο -αναλογικά σαν χορός αρχαίας τραγωδίας ή σαν Ερινύες- εικάζεται ότι συμβουλεύτηκε το έργο του Ρέτζιναντ Σκωτ «Ανακάλυψη της Μαγείας»(1584).

Στο έργο του, ο Σαίξπηρ έχει ως κεντρικό ήρωα τον Μάκβεθ αλλά δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα και στη Λάιδη Μάκβεθ η οποία δεν λειτουργεί απλώς συμπληρωματικά αλλά φαίνεται να είναι ο μοχλός που κινεί τα νήματα της πλεκτάνης γαι την άνοδο στην εξουσία. Ίσως γι’ αυτό και σε παλαιότερα ανεβάσματα του έργου στην Ελλάδα βλέπουμε σαν συμπληρωματικό τίτλο «Η τραγωδία των Μάκβεθ».

Συνοπτικά, η υπόθεση έχει να κάνει με την επιστροφή του στρατηγού Μάκβεθ από τον πόλεμο. Η νίκη του αλλά και η υπέρμετρη φιλοδοξία τόσο αυτού όσο και της συζύγου του έχουν ως αποτέλεσμα την δολοφονία του Βασιλιά Ντάνκαν και την άνοδο του ζεύγους των δολοφόνων στον θρόνο έπειτα από μια σειρά συνομωσιών. Οι τύψεις δεν αργούν να έρθουν τρώγωντας πρώτα εσωτερικά την ψυχή της συζύγου Μάκβεθ αφού εκείνη είναι ο ηθικός αυτουργός των εγκλημάτων και στη συνέχεια τον ίδιο τον Μακβεθ που ο αδύναμος χαρακτήρας του σηματοδοτεί την αρχή του τέλους. Ο φόβος και οι τύψεις τον κυριεύουν και τον οδηγούν σταδιακά σε πανικό και απόγνωση.

Στην πολυδιαφημισμένη παράσταση του Λονδίνου (θα ταξιδέψει και στην Αμερική μετά ), ο Μάκβεθ είναι άχρονος. Η είσοδος στη θεατρική αίθουσα μας εισάγει σ’ ένα δυστοπικό σκηνικό. Οι θεατές διασχίζουν ένα πεδίο καταστροφής από μάχη. Ο πόλεμος έχει σαρώσει τα πάντα. Τα φυτά είναι πεθαμένα, σκόρπιες λαμαρίνες, σκοτάδι, ήχοι απόκοσμοι ανάμεσα σε σειρήνες και πολεμικές ιαχές ή οιμωγούς. Ο πόλεμος της Ουκρανίας, η απειλή της Ρωσίας, οι πόλεμοι των τελευταίων δεκαετιών στη Μέση Ανατολή, η πρόσφατη πολεμική σύρραξη στη Γάζα, όλα αυτά είναι δυνητικά το σκηνικό της καταστροφής.
Ο βασικός ήρωας, ένας στρατιώτης που έχει μεν νικήσει αλλά φέρει έντονα τα σημάδια της κόπωσης, εισέρχεται στη σκηνή. Αρχίζει η βύθιση στο σκοτεινό κόσμο του Μάκβεθ.

Ο Ralph Fiennes ενσαρκώνει γήινα τον σαιξπηρικό ήρωα. Αυτός ο Μάκβεθ δεν είναι ήρωας αν και νικητής. Είναι ένας απλός κουρασμένος στρατιώτης. Η έπαρση του είναι αρκετή αλλά όχι τόση που να του δώσει πρωτοβουλία. Αφήνεται εύκολα σαν ώριμο φρούτο στα επιδέξια χέρια της συζύγου του που όντας πιο τολμηρή και θρασεία αρχίζει να υφαίνει τα νήματα της πλεκτάνης της.
Η Indira Varma γνωστή στο ευρύ κοινό από τo «Games of Thrones» ήταν μια πολύ καλή Λαίδη Μάκβεθ. Χωρίς υπερβολές στην ερμηνεία της, λίγο πιο αδύναμη στην είσοδο της αλλά δυναμική στη σκηνή του δείπνου φτάνει σε ενδιαφέρουσα ερμηνευτική κορύφωση στην καταπληκτική σκηνή που προσπαθεί να ξεπλύνει το αίμα από τα χέρια της.

Η παράσταση που σκηνοθέτησε ο έμπειρος περί του Σαίξπηρ Simon Godwin δεν είχε τίποτα πομπώδες και δεν εκβίαζε κανένα συναίσθημα. Κατάφερε με απλότητα κι αμεσότητα όμως να περάσει στο κοινό τον διαχρονικό λόγο του Σαίξπηρ. Οι σκηνές των μαγισσών ήταν ποιητικές κι απόκοσμες όπως το σκηνικό περιβάλλον που δημιουργήθηκε για να φιλοξενήσει την παράσταση.

https://macbeththeshow.com/venues/london


«Βασιλιάς Ληρ» στο θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας

Ο «Βασιλιάς Ληρ» γράφτηκε μεταξύ του 1604- 1608. Το θέμα του φαινομενικά απλό, δεν τοποθετείται χρονικά σε καμιά συγκεκριμένη εποχή και μοιάζει σαν παραμύθι. Ένας ηλικιωμένος Βασιλιάς αποφασίζει να μοιράσει το βασίλειο του στις τρεις κόρες τους αλλά προκειμένου ν’ αποφασίσει τα μερίδια τους, τους κάνει την ερώτηση παγίδα κατά πόσο τον αγαπούν. Οι δυο μεγαλύτερες τον κολακεύουν και τον τοποθετούν πάνω απ’ όλα, ενώ η μικρότερη απαντάει με ειλικρίνεια και πέφτει σε δυσμένεια. Ο Βασιλιάς εξοργίζεται και την αποκληρώνει αφήνοντας τα πάντα στις δυο αδερφές της.  Από κεινη τη στιγμή όμως αρχίζει το μοναχικό ταξίδι του προς την αυτογνωσία.

Στον «Βασιλιά Ληρ» όμως υπάρχουν δύο ολοκληρωμένες παράλληλες πλοκές που συναντιούνται. Παράλληλα με  την ιστορία του Βασιλιά, διαδραματίζεται κι η ιστορία του κόμη του Γκλώστερ και των δύο γιων του, του νόμιμου Έντγκαρ και του νόθου κι αδίστακτου Έντμοντ.

Ο «Βασιλιάς Ληρ» πραγματεύεται ζητήματα που τον καθιστούν πιο επίκαιρο από ποτέ. Θέματα εξουσίας, κολακείας, αλαζονείας, ύβρεως, απολυταρχικές συμπεριφορές, σχέσεις γονιών και παιδιών με ζητήματα προσκόλησης στην οικογενειακή εστία και στα «οφέλη της» ή απογαλακτισμού κι ενηλικίωσης. Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι ο παραλληλισμός του με τις μεγάλες τραγικές μορφές. Δεν είναι δυνατόν να μην αναγνωρίσει κανείς στον Ληρ τον αλαζονικό Οιδίποδα που έπρεπε να τυφλωθεί για να μάθει. Εδώ βέβαια τυφλώνεται ο Γκλώστερ κυριολεκτικά αλλά μήπως η άρνηση του Ληρ να δει την αλήθεια δεν είναι μια τύφλωση; Όταν ο ηλικιωμένος μονάρχης αναγκάζεται να περιπλανηθεί στον έξω κόσμο, απεκδυόμενος τον μανδύα της εξουσίας και των ανέσεων της κοσμικής ζωής του, έρχεται σε επαφή με τον κόσμο που αγνοούσε. Ο Ληρ θα φτάσει στη γνώση με σκληρό τρόπο αλλά θα είναι πια αργά. Συνοδοιπόροι του σ’ αυτή την παράξενη και μοναχική διαδρομή, ο Τρελός κατ’ επάγγελμα γιατί ουσιαστικά μοιάζει πιο γνωστικός απ’ όλους, ο άλλοτε παντοδύναμος και τώρα τυφλός Γκλώστερ κι ο μεταμφιεσμένος και περιπλανώμενος Έντγκαρ που κρύβεται για να γλιτώσει μια συνομωσία εναντίον του.

Όπως και να «διαβάσει» κανείς σκηνοθετικά τον «Βασιλιά Ληρ», σαν τραγωδία εξουσίας ή τραγωδία αγάπης, δεν μπορεί παρά να καταλήξει στην τραγωδία του ανθρώπου που κατακτά τη γνώση συνήθως αργά και ανάλογα με τις συνθήκες καλείται να πληρώσει το τίμημα.

Στην παράσταση του Λιβαθηνού είδαμε έναν Ληρ δωματίου. Δεν είναι ασυνήθιστο αυτό για έναν σκηνοθέτη που αρκετά χρόνια πριν απολαύσαμε σε μια εκπληκτική μεταφορά του μνημειώδους «Ηλίθιου» στη σκηνή. Ο «Βασιλιάς Ληρ» είναι έργο διάρκειας 3 τουλάχιστον ωρών και πιθανόν κουραστικό και φλύαρο για τον σημερινό θεατή. Επιπλέον, αν μπορείς να κάνεις μια συμπύκνωση των σημαντικών και ν’αφαιρέσεις τα περιττά όπως μάχες, ανούσιοι διάλογοι, χαρακτήρες που σημαίνουν σκηνική και οικονομική επιβάρυνση, γιατί να μην δώσεις μια φρέσκια ματιά στο σαιξπηρικό κείμενο; Παρόλα αυτά, στις «οικονομικές» λύσεις, θυσιάστηκαν και ρόλοι σημαντικοί. Ποιος ο λόγος να συμπτυχθεί ο Δούκας του Κεντ με τον Τρελλό; Ο Σαίξπηρ γράφει δυο διαφορετικούς ρόλους και μάλιστα «εξαφανίζει» τον Τρελλό κάποια στιγμή τη νύχτα της περιπλάνησης. Γι’ αυτή την εξαφάνιση μάλιστα οι μελετητές του Σαίξπηρ έχουν χύσει τόνους μελανιού. Στην παράσταση του Λιβαθινού όταν ο Δούκας του Κεντ πέφτει σε δυσμένεια λόγω του θάρρους του να αντικρούσει την κρίση του Βασιλιά, μεταμφιέζεται σε Τρελλό και προς το τέλος εξακολουθεί να υπάρχει ως Τρελλός, ενώ σύμφωνα με το κείμενο ο Τρελλός δεν είναι πουθενά.

Και μέχρι εδώ, νομίζω είδαμε μια νοικοκυρεμένη σκηνοθεσία. Ο σκηνικός χώρος της Μανωλοπούλου ( μόνιμης συνεργάτιδας του σκηνοθέτη) με τα καλώδια που παράπεμπαν σε χώρο εντατικής έδιναν μια απόσκοσμη ατμόσφαιρα. Έτσι άλλωστε ξεκινά η παράσταση. Ο γέρος Ληρ ετοιμοθάνατος στο κρεβάτι του καλεί οικογενειακό συμβούλιο κι ετοιμάζεται να παραδώσει το βασίλειο. Η ενσάρκωση του Ληρ από γυναίκα ηθοποιό δεν με ξένισε καθόλου. Η μορφή του Ληρ έχει κάτι άχρονο και άφυλο. Δεν τονίστηκε η γυναικεία της υπόσταση κι αυτό ήταν κέρδος για την παράσταση. Ωστόσο, δεν απογειώθηκε ο ρόλος κι ούτε προκλήθηκε η συγκίνηση εκείνη που σε κάνει να θυμάσαι μια παράσταση για την αύρα της έστω κι αν έχουν περάσει πολλά χρόνια και ξεχνάς τις επιμέρους λεπτομέρειες της. Δεν αναφέρομαι σκοπίμως στους υπόλοιπους της μικρής διανομής. Ήταν όλοι τους καλοί αλλά κανείς μεγάλος.

«Βασιλιάς Ληρ»

Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας

ΠΑΙΖΟΥΝ:

Mπέττυ Αρβανίτη

Nίκος Αλεξίου

Αντώνης Γιαννακός

Νέστορας Κοψιδάς

Ερατώ Πίσση

Γκαλ Ρομπίσα

Εύα Σιμάτου

Βιργινία Ταμπαροπούλου

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Απόδοση- Διασκευή:  Στρατής Πασχάλης

Σκηνοθεσία:  Στάθης Λιβαθινός

Σκηνικά- κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου

Μουσική: Τηλέμαχος Μούσας

Σχεδιασμός φωτισμών:  Αλέκος Αναστασίου

Video:  Χρήστος Δήμας

Βοηθός σκηνοθέτη:  Γεωργία Κατσίλα

Βοηθός σκηνογράφου- ενδυματολόγου: Έμιλυ Κουκουτσάκη

Βοηθός φωτιστή:  Ναυσικά Χριστοδουλάκου

Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Για παιδιά και όχι μόνο

Η εμπειρία μου από το παιδικό θέατρο είναι ας πούμε δύο ταχυτήτων. Η μία ανάγεται στο μακρινό παρελθόν. Θυμάμαι τον «Μπαρμπά Μυτούση» με τον Κλούβιο και τη Σουβλίτσα, «Καραγκιόζη» σε θερινό ή «Τα ρούχα του Βασιλιά» που φωνάξανε τα παιδιά ν’ ανέβουν στη σκηνή κι ενώ ήθελα διακαώς με φρέναρε η δειλία του αδερφού μου. Τω καιρώ εκείνω, οι γονείς ήταν πιο χαλαροί ή πιο ανυποψίαστοι κι ο μπαμπάς μου κάπνιζε στο μπαρ ενόσω διαρκούσε η παράσταση. Δεν ήταν ο μόνος. Μετά θυμάμαι κάτι λίγο πιο ψαγμένα (μάλλον της Καλογεροπούλου στη θρυλική Πόρτα) και μετά κενό γιατί μεγάλωσα.
Στην προηγούμενη δεκαπενταετία πήγα θέατρο τον γιο μιας φίλης μου, τον μικρό μου ξάδερφο στο «Σκλαβί», τον ανιψιό μου, τη βαπτιστήρα μου, τον ενήλικο εαυτό μου από περιέργεια σε κάποιες παραστάσεις μεταξύ των οποίων στην εξαιρετική «παράσταση για τρίχρονα «Έλα, έλα» (πάλι της Καλογεροπούλου) κι εκεί εξαντλήθηκε το πράγμα.
Κι ύστερα έγινα μαμά κι άλλαξαν όλα! Σ’ αυτά τα 6 σχεδόν χρόνια λοιπόν, πιο πολλές είναι οι παιδικές παρά οι ενήλικες παραστάσεις. Τα  έφερε στο μεταξύ έτσι η ζωή που 9 στις 10 τις είδα στο Λονδίνο. Κι έχω να πω χωρίς να είμαι biased ( που λέμε κι εδώ αλλά κρατώντας και μια μικρή επιφύλαξη για τα ελληνικά δρώμενα) ότι οι Άγγλοι είναι σπουδαίοι παραμυθάδες!
Εκτός από τα μεγάλα μιούζικαλ για παιδιά («Frozen», «Beauty and the Beast», «Matilda», «Mary Poppins») που είναι μια κατηγορία από μόνα τους, οι μικρές εναλλακτικές σκηνές είναι μαγικές. Με ελάχιστα μέσα και αέναο ψάξιμο καινοτομούν βρίσκοντας λύσεις που θα προσελκύσουν τους μικρούς θεατές.

Είδαμε το Σαββατοκύριακο το «Father Christmas» που διαδραματίζεται την 24η Δεκεμβρίου στο σπίτι του Άη Βασίλη. Τον παρακολουθήσαμε να ξυπνάει, να παίρνει πρωινό, να ταΐζει τους ταράνδους, να φεύγει για να μοιράσει τα δώρα και να επιστρέφει κατάκοπος. Ήταν τόσο ωραίο που δεν έπεφτε καρφίτσα. Και να ξέρετε, τα παιδιά είναι αυστηροί κριτές. Μπορεί να σηκωθούν και να σου καταστρέψουν την παράσταση χωρίς προσχήματα και κοινωνικές ευγένειες.
Το εντυπωσιακό της παράστασης ήταν η δημιουργικότητα. Ένας ηθοποιός όλος κι όλος, μια μουσικός που παρήγαγε μουσικούς και άλλους ήχους όπως πχ το άλειμμα της μαρμελάδας στο ψωμί και μια βοηθός για τα επιμέρους. Κι όμως ένας ολόκληρος κόσμος ζωντάνεψε μπροστά μας με μωσαϊκό ανθρώπων, ήχων και χρωμάτων.


Αναλογιζόμενη με αφορμή αυτό και τις προηγούμενες παραστάσεις ( επίσης με λιτά μέσα) κατέληξα στο ότι δίνουν στα παιδιά αυτό που ακριβώς χρειάζονται, παιχνίδι. Υπάρχει ένας συνδυασμός ηθοποιού, μαριονέττας ή άλλης κούκλας, παραγωγή ήχων από απίθανα μέσα. Δεν υπάρχει καθόλου διδακτισμός και κουραστικές μεγάλης διάρκειας παραστάσεις. Τα παιδιά απολαμβάνουν και καλούνται να ενεργοποιήσουν τις αισθήσεις τους για να συμπληρώσουν ό,τι λείπει. Μπορεί να βλέπουν ότι κάποιος κουνάει την ψεύτικη γάτα ή ότι μια φιγούρα δεν είναι αληθινή αλλά εκείνη τη στιγμή αυτό έχει λίγη σημασία. Το θέαμα όταν είναι αληθινό τα συνεπαίρνει. Έχουμε τύχει σε παραμυθά επί σκηνής. Ένας ηθοποιός μόνος έπαιξε όλο τον «Πινόκιο» το καλοκαίρι και δεν μας έλειψε τίποτα από την παράσταση!

Και για να μην με κατηγορήσουν τίποτα κακοπροαίρετοι ότι ήρθα στο Λονδίνο και ψωνίστηκα, έχω δει κι εξαιρετικά πράγματα στην Αθήνα. Είναι όμως λίγα. Είμαι σίγουρη πως γίνονται καλές παραγωγές. Δεν ζω πια εκεί και δεν έχω εικόνα. Νομίζω πάντως ότι υπάρχει περιθώριο βελτίωσης  τόσο στο παιδικό θέατρο όσο και στο βιβλίο. Τα πολύ μικρά παιδιά πρέπει να τα κερδίσεις με το να τους εξάψεις τη φαντασία πρώτα και κατ’ επέκταση να μιλήσεις στην ψυχή τους. Το πιο σημαντικό είναι να εκπαιδευτούν στο να παρακολουθούν ιστορίες. Ο κόσμος της τέχνης είναι μαγικός. Οι διδαχές ακαδημαϊκού τύπου δεν αποτελούν μέρος του…https://lyric.co.uk/shows/father-christmas-2023/

Sunset Boulevard

Η «Λεωφόρος της Δύσης» του 1950 είναι η δραματική ιστορία της Νόρμας Ντέσμοντ, μεγάλης σταρ της εποχής του βωβού κινηματογράφου που έχοντας αποσυρθεί από την ενεργό δράση, ζει κλεισμένη στο σπίτι της προσμένοντας τη θριαμβευτική επιστροφή της. Η ταινία αριστοτεχνικά σκηνοθετημένη από τον Μπιλ Γουάιλντερ ασκεί έντονη κριτική στην κινηματογραφική βιομηχανία για τον ηλικιακό ρατσισμό στις γυναίκες ηθοποιούς που από μια ηλικία και μετά υποχρεούνται σε «απόσυρση». Παράλληλα, είναι ένα σχόλιο για τους ηθοποιούς που δεν μπόρεσαν να υποστηρίξουν τη μετάβαση από των βωβό στον ομιλούντα κινηματογράφο με αποτέλεσμα να πέσουν στα αζήτητα εν μία νυκτί. Ως φυσικό επόμενο, η ταινία προκάλεσε την οργή των παραγωγών του Χόλυγουντ αλλά λατρεύτηκε απ’ τους κριτικούς αποσπώντας 11 Οσκαρικές υποψηφιότητες και το 1998 ανακηρύχθηκε απ’ το Εθνικό Μητρώο Κινηματογράφου της Αμερικής ως μία από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών κατακτώντας τη 12η θέση.

Η Νόρμα ζει στην τεράστια βίλα της στο Sunset Boulevard έχοντας ως συντροφιά τις αναμνήσεις της κι έναν πιστό μπάτλερ που υπήρξε και πρώην σύζυγος της. Η συνάντηση της με τον Τζο ξεπεσμένο σεναριογράφο θα την εμπλέξει σε μια ερωτική περιπέτεια με τραγική κατάληξη αφού όχι μόνο θα επενδύσει πάνω του για να επιστρέψει στα μεγάλα στούντιο αλλά θα τον ερωτευτεί. Εκείνος, την εκμεταλλεύεται για να ανέλθει κοινωνικά και στη συνέχεια την προδίδει για μια συνομίληκη του. Αυτή είναι όλη κι όλη η ιστορία, ένα φαινομενικά απλό ερωτικό μελό αν μείνει κανείς στην επιφάνεια και δεν αναζητήσει τα πολλαπλά επίπεδα ανάγνωση της.

Η Νόρα Ντέσμοντ είναι κάθε γυναίκα που μετά τα 40-45 κι όσο μεγαλώνει νιώθει να παραπαίει ανάμεσα στη βιολογική, την κοινωνική και την ψυχική της ηλικία. Στην εποχή μας οι γυναίκες έχουν κερδίσει μάχες στον εργασιακό και κοινωνικό στίβο αλλά η μάχη με τον βιολογικό χρόνο είτε αυτή αποτυπώνεται στην κοινωνική απαίτηση της μητρότητας ή στην ερωτική της διάσταση, δίνεται ακόμα. Και μπορεί η λαϊκή αοιδός να έλεγε κάποτε εν είδει χαριτωμενιάς ότι οι σαραντάρες ίσον με δύο εικοσάρες, αλλά η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Εκεί έξω υπάρχουν πολλές Νόρμες που παλεύουν να συμφιλιωθούν με τον καθρέφτη τους όσο κι αν στην εποχή μας οι γυναίκες δείχνουν νεώτερες από παλιά. Οι σύγχρονες Νόρμες είναι σε πολλά πράγματα σε πλεονεκτικότερη θέση απ’ τις προγόνους τους αλλά τις στοιχειώνουν οι πολλοί ρόλοι που τους ζητούνται και διαρκώς βαδίζουν σε τεντωμένο σχοινί αφού για να ισορροπήσουν πρέπει να νιώσουν αποδοχή και συμπερίληψη.

Στη θεατρική μεταφορά του στο Savoy theatre, είδαμε ένα δυναμικό μιούζικαλ αισθητικής νουάρ με την υπογραφή του έμπειρου Andrew Lloyd Webber. Η παράσταση έκλεινε έξυπνα το μάτι στον κινηματογράφο με την έξυπνη χρήση της κινούμενης κάμερας. Στα γκρο πλαν ακόμα κι οι θεατές των πίσω καθισμάτων (στο Λονδίνο τα θέατρα είναι τεράστια), μπορούσαν ν’ απολαύσουν την καταπληκτική Nicole Scherzinger ( γνσωστή από τις Pussycat Dolls και βραβευμένη με Olivier )στην τεράστια γκάμα εκφράσεων της για τις ανάγκες του ρόλου, από την σαγήνη, την πρόκληση, την αλαζονεία, τη γοητεία, την ψυχρότητα, ως το θυμό, την απογοήτευση, τη ματαίωση, τον πόνο, την οργή, την εκδίκηση.
Εκπληκτική παραγωγή, αφαιρετικά σκηνικά, σπουδαίες φωνές και αριστοτεχνική σκηνοθεσία από τον Jamie Lloyd που έρχεται στη «Λεωφόρο της Δύσης» με περγαμηνές στο ενεργητικό του.

Sunset Boulevard
Savoy theatre

Directed: Jamie Lloyd
Music: Andrew Lloyd Webber
Book and lyrics: Don Black, Christopher Hampton
Norma Desmond: Nicole Scherzinger


Αρχείο


Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε