Βλέπω απ’ το παράθυρο το σκοτάδι να πέφτει σιγά-σιγά πάνω από τη Λισαβόνα.
Τα κορίτσια κοιμούνται κι εγώ μετρώ ώρες – δε μου έχουν μείνει πολλές – για την αναχώρησή μου από την πόλη.
Οι δέκα μέρες πέρασαν σα νερό, σαν τίποτα, σαν το «τίποτα καινούριο» που είδα. Έτσι κι αλλιώς ο σκοπός αυτού του ταξιδιού δεν ήταν το ταξίδι, αλλά η ηρεμία κι η ξεκούραση – η ψυχολογική, κυρίως, ξεκούραση. Ηρέμησα. Ξεκουράστηκα. Κι έκανα κάτι το διαφορετικό. Το διαφορετικό για μένα. Για πρώτη φορά είπα ν’ άφησω το δρόμο το μοναχικό των ταξιδιών. Γι’ αυτό ήρθα εδώ. Για ν’ αλλάξω παραστάσεις, για να έχω παρέα. Το πείραμα μισοπέτυχε. Δηλαδή, είδα ότι αν προσπαθήσω μπορώ να συνυπάρξω σ’ ένα ταξίδι με άλλους ανθρώπους, στα πλαίσια του δυνατού, φυσικά. Επίσης μισοαπέτυχε, αφού όλα θα μπορούσαν να είναι λίγο πιο καλά. Όπως και νάχει, τώρα με περιμένει της επιστροφής ο (μονο) δρόμος και η ελπίδα: Πως τα πράγματα στο μέλλον θα γίνουν λίγο πιο καλά, πως τα νεύρα μου θ’ αντέξουν, πως θα μπορέσω επιτέλους να τελειώσω όλα εκείνα τα πράγματα που άφησα στη μέση…