[go: up one dir, main page]

 
 

Της Λισαβόνας Στιγμή

•16 Απριλίου, 2007 • 2 Σχόλια

blog9.jpg

Βλέπω απ’ το παράθυρο το σκοτάδι να πέφτει σιγά-σιγά πάνω από τη Λισαβόνα.

Τα κορίτσια κοιμούνται κι εγώ μετρώ ώρες – δε μου έχουν μείνει πολλές – για την αναχώρησή μου από την πόλη.

Οι δέκα μέρες πέρασαν σα νερό, σαν τίποτα, σαν το «τίποτα καινούριο» που είδα. Έτσι κι αλλιώς ο σκοπός αυτού του ταξιδιού δεν ήταν το ταξίδι, αλλά η ηρεμία κι η ξεκούραση – η ψυχολογική, κυρίως, ξεκούραση. Ηρέμησα. Ξεκουράστηκα. Κι έκανα κάτι το διαφορετικό. Το διαφορετικό για μένα. Για πρώτη φορά είπα ν’ άφησω το δρόμο το μοναχικό των ταξιδιών. Γι’ αυτό ήρθα εδώ. Για ν’ αλλάξω παραστάσεις, για να έχω παρέα. Το πείραμα μισοπέτυχε. Δηλαδή, είδα ότι αν προσπαθήσω μπορώ να συνυπάρξω σ’ ένα ταξίδι με άλλους ανθρώπους, στα πλαίσια του δυνατού, φυσικά. Επίσης μισοαπέτυχε, αφού όλα θα μπορούσαν να είναι λίγο πιο καλά. Όπως και νάχει, τώρα με περιμένει της επιστροφής ο (μονο) δρόμος και η ελπίδα: Πως τα πράγματα στο μέλλον θα γίνουν λίγο πιο καλά, πως τα νεύρα μου θ’ αντέξουν, πως θα μπορέσω επιτέλους να τελειώσω όλα εκείνα τα πράγματα που άφησα στη μέση…

Χθες η θλίψη

•27 Μαρτίου, 2007 • 21 Σχόλια

 

rainy_day.jpg 

Κάθομαι στο παράθυρο και βλέπω έξω, στο σούρουπο, να βρέχει θλίψη, αν και οι αντανακλάσεις των νερών φωτίζουν αισιόδοξα.

Γύρω μου φωνές πολλές, που μόλις και ακούω. Κλεισμένος σ’ ένα κατάδικό μου κόσμο. Η μουσική και το αλκοόλ για μία ακόμη φορά οι μοναδικοί μου συνοδοιπόροι. Αλλά, όχι, δεν μπορώ να πνίξω τη θλίψη μου στο αλκοόλ, κι ας πίνω κάθε μέρα όλο και πιο πολύ, όλο και πιο νωρίς.

Μοναδική λύση φαντάζει στα μάτια μου και πάλι η φυγή, κι ας υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι θα σταματήσω να φεύγω. Αλλά, κι αυτή ακόμα, η φυγή, δεν είναι πλέον λύση, η απόλυτη λύση, αφού τώρα πια παντού βαριέμαι, τίποτα δε με εκπλήσσει, τίποτα δεν περιμένω. Ή, ίσως, να είναι κάτι που περιμένω, να ‘ρθει ο μαύρος άγγελος εσπλαχνικά να με πάρει απ’ το χέρι, και να με μεταφέρει σ’ ένα κόσμο αλλιώτικο, όπου η αλήθεια είναι ο κανόνας, όπου δεν πρέπει να ‘σαι κάποιος άλλος εκτός από ο εαυτός σου για να σε δεχτούν οι άλλοι, όπου, διάολε, δε θα ‘χεις την ανάγκη να γίνεις αποδεκτός…

Η φωτογραφία κλεμμένη από εδώ…

Της μοναξιάς

•24 Μαρτίου, 2007 • 2 Σχόλια

woman1.jpg 

Να κάθεται εκεί, μονάχη μες στην παρέα των έξι και ν’ αναρωτιέται:«Τι γυρεύω εγώ εδώ;»Οι γύρω της σκιές, οι φωνές απόηχοι, η μοναξιά του πλήθους να την πνίγει.Όλοι να μιλάνε, εκείνη να διαβάζει.Όλοι να μιλάνε, εκείνη να ακούει.Ίσως να ζει μέσα στο κεφάλι της, οι άλλοι, όμως, είναι υδροκέφαλοι.Όχι, δεν το λέει εκείνη αυτό, εγώ το λέω.Στο πρόσωπό της είναι ζωγραφισμένη η καλοσύνη,αυτή ντε, που θα χαθεί στο πέρασμα του χρόνου,στη μοχθηρία του κόσμου.Κάτι σκιάζει της που και που το βλέμμα,κι άλλοτε ανοίγει διάπλατα τα μάτια,λες κι αντικρίζει ένα θαύμα.Χαμένη στο αλλού, κι όμως εδώ,συνένοχη στης καθημέρας την αφόρητη πλήξη.«Αχ, και νάταν όλα αλλιώς,» σκέφτεται.«Αχ, και νάμουν αλλιώς».Αλλά, δεν είναι. Κι έτσι βιώνει κι αυτή τους μικρούς της θανάτους,αναπολώντας μια μελλοντική ζωή.Ο ήλιος έξω λάμπει, μέσα της σκοτεινιάζει.Χαμογελά.Πικρά!Ίσως αύριο όλα να είν’ αλλιώτικα.Ίσως να είναι καλύτερα.Ίσως…

 

Τίποτα δεν έχει αλλάξει…

•21 Μαρτίου, 2007 • Σχολιάστε

sad-man.jpg

και τίποτα δεν είναι όπως παλιά, και γι’ αυτό θλίβεται, εκνευρίζεται, μετανιώνει. Θέλει να βγάλει μια σπαρακτική κραυγή: «ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ», αλλά δεν το κάνει αφού το ξέρει, δεν υπάρχουν αυτιά για να τον ακούσουν, μάτια για να τον δουν, να τον δουν όπως πραγματικά είναι. Και πως είναι; Μόνος, σ’ αδιέξοδο, με κομμένα τα φτερά, με όλα τα «σίγουρα» χαμένα. Αλλά, εντάξει, αυτό το τελευταίο δεν τον χαλάει στ’ αλήθεια, εκείνο που τον τρώει είναι το ότι πίστευε πως τούτη τη φορά τα πράγματα θα ήταν αλλιώς, πως θα μπορούσε να πραγματοποιήσει τα όνειρά του. Κούνια που τον κούναγε, πριν ξαφνικά ξυπνήσει. Και σαν ξύπνησε, τι κατάλαβε; Άρχισε και πάλι να βυθίζεται στις σκέψεις, οι δυνάμεις του χάθηκαν, ο ύπνος στο ελάχιστο και τα νεύρα που είχε ξεχάσει τι είναι, στα ύψη… Και το ποτό! Τα ούζα απ’ το απόγευμα, μπύρες νωρίς το βράδυ και μετά κρασί, για να σβήσει μες στις αλκοολικές ουσίες. Και οι άλλοι γύρω του να μην καταλαβαίνουν, ή ίσως να μη θέλουν να καταλάβουν, να σκέφτονται «φάση είναι, θα του περάσει». Θα του περάσει! Πως να του περάσει, όμως; Αφού σύμφωνα με τα λεγόμενά τους είναι δίχως καρδιά και εντελώς αναίσθητος; Ας είναι… Θα του περάσει! Κι ας μη ζητά τώρα πια τίποτ’ άλλο πια παρά τη χαμένη ψυχική γαληνή, κι ας η μόνη χαρά που του ‘χει απομείνει είναι το να περπατά αργά το βράδυ ακούγοντας μουσική, κι ας πείθει με μεγάλη προσπάθεια κάθε πρωί τον εαυτό του ότι, ναι, αξίζει να ζήσει μία ακόμη μέρα. Να ζήσει ακόμη μία μέρα, αόρατος…

Τα +πέντε μου

•2 Μαρτίου, 2007 • 5 Σχόλια

Α) Συνέταξα κάποτε μια λογοτεχνική απάτη που αντιγράφτηκε και δημοσιεύθηκε σε δύο «σοβαρά» λογοτεχνικά περιοδικά και σε διάφορες ιστοσελίδες.

Β) Έχω «φτιάξει» πέντε λίγο-πολύ σημαντικές ιστοσελίδες που κόβουν ακόμη βόλτες στο διαδικτυακό άπειρο.

Γ) Έχω παραιτηθεί από δουλειά λέγοντας στο αφεντικό: «Προτιμώ να είμαι φτωχός κι ο εαυτός μου, παρά πλούσιος και σαν τα μούτρα σου»

Δ) Περπατώ κάθε νύχτα πολύ για να «καθαρίσει» το μυαλό μου προτού θολώσει από το αλκοόλ:)

Ε) Κάποτε αποκοιμήθηκα έξω από το Παρίσι κάνοντας ώτο-στοπ

Άτιτλο

•28 Φεβρουαρίου, 2007 • 1 σχόλιο

…Οι μέρες περνούσαν γρήγορα ή αργά, σαν όλα, σαν τίποτα. Λέγαμε λόγια του αέρα, στον αέρα. Φλερτάραμε με τα μάτια, καιγόμασταν με τις σιωπές. Ο ουρανός νωχελικά δάκρυζε, αλλά εμείς ακούγαμε ύμνο κι όχι θρήνο, το τραγούδι της λήθης. Καθόμασταν στο χαλί, μπροστά στο τζάκι και πίναμε Μπύρα της Αρκούδας, κι έπειτα σηκωνόμασταν και ξανακαθόμασταν και πίναμε ξανά την ίδια μπύρα. Οι φλόγες χόρευαν, τα μάτια έλαμπαν, η σιγή βασίλευε. Θυμόμασταν υποσυνείδητα, ζούσαμε υποσυνείδητα, το χρόνο που πέρασε, το χρόνο που περνούσε. Το βασίλειο της ακινησίας! Κι έπειτα, ζωή ξανά, πεταγόμασταν πάνω και χορεύαμε τραγούδια ανήκουστα, με θύμισες παγανιστικές, βγαίναμε έξω και ουρλιάζαμε στ’ αστέρια την απελπισία που δεν ήταν δική μας, μεθούσαμε από χαρά, χαρά που δεν ήταν εκεί. Ζούσαμε σα μέσα σ’ ένα όνειρο, ζούσαμε μέσα σε μια μέθη, ζούσαμε……Και μετά τα χρόνια πέρασαν, ξεχάσαμε τη λήθη μας και κινήσαμε για άλλους ουρανούς, όπου όλα ήταν «εντάξει», όλα «σωστά» και «καθώς πρέπει», όπου η ζωή ήταν παρωδία. Έτσι, αναπόφευκτα, κάποτε αρχίσαμε να μιλάμε γι’ αυτά, να θυμόμαστε αυτά,  που ζήσαμε, το όμορφα περασμένα, τις γεύσεις που απολαύσαμε, τους ρυθμούς και τις μουσικές που ρουφήξαμε, τα όμορφα παλιά της νεκρής μας νιότης, τότε που ήμασταν νεκροί, στα μάτια των άλλων νεκροί. Θέλαμε να γυρίσουμε το ρολόι πίσω, αλλά ο χρόνος μας έχει στερήσει κάτι, τη δυνατότητα να ζούμε και να πεθαίνουμε κάθε μέρα……Από τότε θρηνούμε δίνοντας χρώματα στις αναμνήσεις. Από τότε ζητούμε σανίδες σωτηρίας. Από τότε, αναπολούμε το τότε…

Του χρόνου τα παιχνίδια

•28 Φεβρουαρίου, 2007 • 4 Σχόλια

thinking-man.jpg 

Και να που σιγά-σιγά άρχισα να επιστρέφω σ’ ένα κόσμο, τον οποίο πίστευα ότι είχα οριστικά εγκαταλείψει.

«Συνομωσία του σύμπαντος;» όπως θα έλεγε ο λογοκλόπος Κοέλιο, ή απλά επιστροφή στο φυσικό μου χώρο;

Ίσως και τα δύο, αφού ξαφνικά και χωρίς να το επιδιώξω (ακόμη, θα το επεδίωκα αργότερα), άρχισα να μπαίνω και πάλι στο παιχνίδι: Δύο περιοδικά μου ζήτησαν διηγήματα, μια εφημερίδα κι ένα περιοδικό άρχισαν να δημοσιεύουν τις φωτογραφίες μου (τίποτα δύσκολο το τελευταίο).

Όπως και νάχει, εκείνο που με απασχολεί περισσότερο είναι το κατά πόσο θα καταφέρω να αντέξω αυτή τη φορά, σ’ αυτό τον κόσμο το συγγενικό, που όμως, καθόλου δε με αντιπροσωπεύει. Σ’ αυτό τον κόσμο όπου ο ένας «σκοτώνει απαλά τον άλλο», όπου το ψέμα είναι ο κανόνας. Ίσως και να αντέξω, αφού αυτή τη φορά είμαι εντελώς εκτός των τειχών (κυκλωμάτων), και ίσως επειδή τώρα δε δίνω μία κατά πόσο «θα πετύχω» ή όχι.

Περιμένω με γαλήνια ανυπομονησία τις μέρες που θαρθούν…

Κύπρος. Ακατάλληλη για Βουδιστές…

•26 Φεβρουαρίου, 2007 • 5 Σχόλια

Ειρωνικός ο τίτλος, εννοείται. Αλλά αυτό δεν πάει να πει ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού στην Κύπρο, για να μην καταντήσει κανείς νευρασθενής, πρέπει να έχει θητέψει τουλάχιστον για τρία χρόνια στο Βουδισμό. Και πάμε:

Α) Τι Cytanet, τι Primetel; Ένα και το αυτό! Ή, όπως λέμε και στην Κύπρο, δεν έχουν υπόθεση. Πληρώνεις υπηρεσίες και δεινοπαθείς να τις πάρεις.

Β) Υπουργείο (χάρην) Παιδείας και (δήθεν) Πολιτισμού. Ψάχνεις μία κυρία για δέκα μέρες στο τηλέφωνο και όταν τελικά την πετυχαίνεις, μόνο και μόνο που ακούει από που είσαι, σου πετάει ένα «δε βγήκε ακόμη το διάταγμα» και στο κλείνει, προτού της πεις ακόμη τι θέλεις!

Γ) Υπηρεσία Φ.Π.Α. Δεν μπορούν να γραφτούν νέες εταιρείες εκεί, επειδή εδώ και μια βδομάδα έχει πέσει το σύστημα των υπολογιστών και δεν έχουν καταφέρει να το φτιάξουν ακόμη.

Δ) Υπουργείο Οικονομικών. Βρίσκω με χίλια βάσανα τον υπεύθυνο για τις επιχορηγήσεις νέων επιχειρήσεων. Του λέω τι θέλω και μου απαντά: «Ψάξε στο ίντερνετ!»

Και μετά όταν αποκαλώ την Κύπρο, «Νήσο των αγρίων» με χαρακτηρίζουν από ιδιότροπο μέχρι… προδότη.

Υ.Γ. Θα έβριζα και τον μπλόγκερ που πάλι έπεσε, αλλά δεν είναι κυπριακό προϊόν, έτσι ανεβάζω το κείμενο εδώ:)

Πέντε πράγματα που (δεν;) ξέρατε για μένα

•21 Φεβρουαρίου, 2007 • 9 Σχόλια

Παίρνω, λοιπόν, το μπαλάκι, το μόνο που δε βρίσκω κανέναν να το δώσω αφού λίγο-πολύ όλοι οι γνωστοί μου μπλόγκερ είναι ήδη στο παιχνίδι.

Πάμε:

α) Απ’ τα δεκάξι μου άρχισα να γράφω στα περιοδικά και τα δεκαεφτά στις εφημερίδες.

β) Δούλεψα μερικά χρόνια στο ραδιόφωνο αλλά και σε σινεμά (αίθουσα, εννοείται)

γ) Έκδωσα τέσσερα μετριότατα προσωπικά βιβλία, και δέκα άλλα μη προσωπικά και καλυτέρα. Στις εκδόσεις επιστρέφω σύντομα, ελπίζω μ’ ένα μπαμ.

δ) Δε νευριάζω σχεδόν ποτέ, εκτός όταν οδηγώ. Σχεδόν βουδιστής μοναχός (από εκείνους που δε νευριάζουν, δηλαδή)

ε) Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια με θυμάμαι να έχω κοιμηθεί μία μόνο φορά πριν τις δύο το πρωί.

ζ) Δε δικαιούμαι να γράψω άλλα:)

Υ.Γ. Το ανεβάζω εδώ αφού ο μπλόγκερ αρνείται και πάλι να με τιμήσει

Ο τοίχος

•9 Φεβρουαρίου, 2007 • 7 Σχόλια

blog5.jpg

Μ’ αρέσει να κοιτάω τον τοίχο. Τον νιώθω δικό μου, τον αγαπώ, είναι πάντα εκεί. Ο τοίχος είναι ο ιδανικός ακροατής μου, δε με απογοητεύει ποτέ. Του λέω το μακρύ μου και το κοντό μου, του αναπτύσσω τις φιλοσοφικές μου απόψεις, του εκφράζω τα παράπονά  μου, κι αυτός ακούει καρτερικά. Παρατήρηση καμία. Μόνο που και που όταν πίνω τα κρασιά μου και του λέω λόγια μεθυσμένα μοιάζει λίγο να σκοτεινιάζει, αλλά ’νταξει, με το δίκιο του: πόσα ν’ αντέξει κι αυτός ο καημένος. Ο τοίχος μου είναι γεμάτος εικόνες και σιωπές, ο τοίχος μου ζει με μυρωδιές και χρώματα, ο τοίχος μου είναι το μόνο «μου» που έχω. Όλα τα άλλα είναι περαστικά και καταδικασμένανα χαθούν στη δίνη του χρόνου, όπως κι εγώ. Ο τοίχος μου είναι το ιδανικό, κι ας μην υπάρχει τέτοιο πράγμα… Ο τοίχος μου!

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε